Η Ελένη κοντοστάθηκε στο κατώφλι, να καλοκοιτάξει τον ξένο. Μετά, τον έβαλε στο παλάτι και του ζήτησε να καθίσει. Ούτε στιγμή δεν έπαυσε να τον κοιτά. Της φαινόταν πως είχε μπροστά της τον γιο της Αφροδίτης, εκείνο το παιδί με τις χρυσές μπούκλες, τον Έρωτα που φρουρεί την ευτυχία των εραστών. Γοητευμένη από τις χάρες του, θαρρούσε πως θωρούσε τον ίδιο τον Διόνυσο. Τον ρώτησε, ποιος είναι, από πού ερχόταν. Ο Πάρης της εξήγησε. Και πρόσθεσε πως η Αφροδίτη του είχε υποσχεθεί σύζυγο την πιο όμορφη γυναίκα που υπάρχει. Ελένη είναι το όνομά της. Ήρθε για να δεθεί με τα δεσμά που η θεά του υποσχέθηκε. Η θεά Αφροδίτη ήταν λοιπόν που έκανε να καίει μέσα της ο πόθος. Η Αφροδίτη έφταιγε που δεν μπορούσε να αντισταθεί στο πάθος. «Έλα να φύγουμε», του είπε. «Πάρε με στην Τροία, θα σ’ ακολουθήσω, αφού η Αφροδίτη το θέλει».
Κάπως έτσι περιγράφει ο ποιητής (ο Κόλλοιθος ή Κόλουθος) την πρώτη συνάντηση των δυο εραστών. Έφυγαν το άλλο πρωί, μη παραλείποντας να σηκώσουν κι ότι πολύτιμο μπορούσε να μεταφερθεί και δούλους και δούλες, παρ’ όλο που η Αφροδίτη γι’ αυτά δεν είχε πει τίποτα. Έσμιξαν πρώτη φορά στην Κρανάη, το σημερινό Μαραθονήσι, απέναντι στο Γύθειο. Βγήκαν στο πέλαγος. Κατέληξαν στην Τροία.
Όχι στην Τροία αλλά στην Αίγυπτο, διηγείται η εκδοχή που υιοθετεί ο Ηρόδοτος. Τους συνέλαβαν όμως κι ο μεν Πάρης εκδιώχτηκε, η δε Ελένη παρέμεινε εκεί ώσπου, μετά τα Τρωικά, ήρθε την παρέλαβε ο Μενέλαος. Στην Τροία η Ελένη δεν έφτασε ποτέ. Αν είχε πάει, οι Τρώες θα την επέστρεφαν στον άνδρα της. Δεν ήταν τόσο ηλίθιοι να πολεμούν δέκα χρόνια για χάρη της.
Στην Αίγυπτο την έστειλε από την αρχή η θεά Ήρα, χολωμένη με τον Πάρη που προτίμησε την Αφροδίτη, επιμένει η εκδοχή, την οποία ακολουθεί ο Ευριπίδης: Με διαταγή της θεάς, ο Ερμής την πήγε πρώτα στην Κρανάη της Αττικής, το Νησί της Ελένης όπως την έλεγαν, την σημερινή Μακρόνησο, ενώ ο Πάρης κουβαλούσε μαζί του ένα νεφέλωμα, ένα σύννεφο που έμοιαζε στην Ελένη.
Από την Αίγυπτο πέρασε η Ελένη, όταν επέστρεφε με τον Μενέλαο από την Τροία, αναφέρει η ομηρική εκδοχή.
Έχουμε ήδη αναφερθεί σ’ όλες αυτές. Όπως και να έχει το ζήτημα, η αρπαγή δημιούργησε τεράστια ένταση και μεγάλα προβλήματα στον Ελλαδικό χώρο.
Όταν ο Μενέλαος επέστρεψε από την Κρήτη, βρήκε την γυναίκα του φευγάτη, την περιουσία του λεηλατημένη και την τιμή του κουρελιασμένη. Κατέφυγε στον αδελφό του, τον κραταιό βασιλιά της Αργολίδας, Αγαμέμνονα. Αυτός έστειλε παντού κήρυκες να θυμίσουν στους βασιλιάδες τον όρκο που είχαν δώσει, ζητώντας τους να τον τιμήσουν. Δεν έλειψε κανένας. Ο Τρωικός πόλεμος είναι θέμα που θα περιγραφεί αργότερα. Μετά την κατάληψη της Τροίας, ο Μενέλαος και η γυναίκα του πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Χρειάστηκε να περιπλανηθούν οκτώ χρόνια ώσπου να ξαναδούν τη Σπάρτη.
(τελευταία επεξεργασία, 16 Ιουνίου 2021)