Η δολοφονία του Αλκμέωνα

Ησύχασε από τους εφιάλτες του ο Αλκμέωνας αλλά βρέθηκε μπροστά σε άλλο πρόβλημα. Η γυναίκα του, η Καλλιρρόη, έμαθε ότι τα δυο δώρα του Κάδμου στην Αρμονία, το περιδέραιο και ο πέπλος, βρίσκονταν στα χέρια της πρώτης γυναίκας του άντρα της, Αλφεσίβοιας ή Αρσινόης, δικό του γαμήλιο δώρο σ’ εκείνη. Απαίτησε να τα έχει αυτή, αφού πια αυτή ήταν η επίσημη σύζυγός του. Και του δήλωσε ότι, ώσπου να της τα δώσει, δεν επρόκειτο να κοιμηθεί ξανά μαζί του.

Διωγμένος από τη συζυγική κλίνη, ο Αλκμέωνας δεν είχε άλλη επιλογή. Έφυγε στην Αρκαδία να πάρει το περιδέραιο και τον πέπλο. Παρουσιάστηκε στον πεθερό του, τον Φηγέα, και του είπε ψέματα ότι ο θεός Απόλλωνας του ζήτησε τα δώρα της Αρμονίας, αφιέρωμα στον ναό του, προκειμένου να σταματήσει τους εφιάλτες του. Ο Φηγέας πείσθηκε, πήγε στην κόρη του, της πήρε τα δώρα του Κάδμου και τα έδωσε στον Αλκμέωνα που αποχώρησε ευτυχής. Ένας υπηρέτης όμως πρόφτασε στον Φηγέα ότι τα πολύτιμα αυτά αριστουργήματα προορίζονταν όχι για τον ναό του Απόλλωνα αλλά για τον λαιμό και το κεφάλι της Καλλιρρόης. Ο Φηγέας θύμωσε πολύ. Έστειλε τους γιους του, Αγήνορα και Πρόνοο, να προλάβουν τον Αλκμέωνα. Τον πρόλαβαν, τον σκότωσαν και του πήραν το περιδέραιο και τον πέπλο. Όταν επέστρεψαν, βρήκαν την αδελφή τους σε έξαλλη κατάσταση. Τον αγαπούσε ακόμα και δεν μπορούσε να τον φανταστεί νεκρό. Οι αδελφοί της δεν είχαν αναστολές. Την άρπαξαν και την έκλεισαν σε ένα κιβώτιο και πήγαν και την πούλησαν δούλα στον βασιλιά της Τεγέας, τον Αγαπήνορα. Στην απορία του βασιλιά, γιατί φέρονται έτσι στην αδελφή τους, είπαν ότι αυτή σκότωσε τον Αλκμέωνα.

Πίσω στις εκβολές του Αχελώου, η όμορφη Καλλιρρόη περίμενε τον γυρισμό του άντρα της, όταν την είδε και την ερωτεύτηκε ο Δίας. Πάνω στο σμίξιμό τους, ήρθαν τα άσχημα νέα, ότι ο Αλκμέωνας δολοφονήθηκε. Η Καλλιρρόη ζήτησε χάρη από τον αρχηγό των θεών, να κάνει τα παιδιά της, τον Ακαρνάνα και τον άλλο γιο από τον Αλκμέωνα, τον Αμφότερο, να μεγαλώσουν σε μια μέρα, ώστε να εκδικηθούν τον θάνατο του πατέρα τους. Ο Δίας δέχτηκε κι αμέσως ο Ακαρνάνας και ο Αμφότερος μεγάλωσαν και κίνησαν για την Αρκαδία. Πρόλαβαν τον Πρόνοο και τον Αγαπήνορα στο παλάτι του Αγαπήνορα, στην Τεγέα, και τους σκότωσαν. Τους πήραν το περιδέραιο και τον πέπλο κι έφυγαν στην Φήγεια, εισχώρησαν στο παλάτι του Φηγέα και τον σκότωσαν κι αυτόν. Οι εκεί κάτοικοι τους κυνήγησαν. Ο Ακαρνάνας και ο Αμφότερος κατέφυγαν στην Τεγέα. Τεγεάτες και κάτοικοι από το Άργος τους προστάτεψαν κι έδιωξαν τους διώκτες τους.

Με το περιδέραιο και τον πέπλο στην κατοχή τους, γύρισαν στη μάνα τους. Εκείνη θαύμασε τα πολύτιμα αποκτήματα αλλά δεν μπόρεσε να τα χαρεί. Ο πατέρας της, ο Αχελώος, έκρινε ότι πολλές συμφορές είχαν φέρει στους κατόχους τους ως τότε. Διέταξε και το περιδέραιο με τον πέπλο κατέληξαν αφιερώματα στον ναό του Απόλλωνα. Τότε είναι, κατά τον Απολλόδωρο (ΙΙΙ 93), που οικίστηκε η Ακαρνανία με εποίκους που έφεραν τα δυο παιδιά από την Ήπειρο.

 

(τελευταία επεξεργασία, 21 Δεκεμβρίου 2021)

Επικοινωνήστε μαζί μας