Μια από τις σπουδαίες πόλεις που ο Αχιλλέας κυρίευσε, ήταν και η Θήβα της Κιλικίας, εκεί που βασίλευε ο Ηετίωνας, ο πατέρας της Ανδρομάχης. Στην Ιλιάδα (Ζ 414 κ.ε.) η ίδια η Ανδρομάχη διηγείται στον άνδρα της, τον Έκτορα, τι έγινε εκεί (μετάφραση Όλγας Κομνηνού Κακριδή):
«Τον πατέρα μου τον σκότωσε ο θείος Αχιλλέας και κυρίεψε την καλοκατοικημένη πολιτεία των Κιλίκων, την Θήβα με τις ψηλές πύλες. Τον Ηετίωνα τον σκότωσε, δεν τον γύμνωσε από τα όπλα του όμως, γιατί αυτό τουλάχιστο το σεβάστηκε μέσα του, μόνο τον έκαψε με τα όπλα του τα στολισμένα και από πάνω του σώρεψε τύμβο, και γύρω του οι νεράιδες του βουνού, οι κόρες του Δία που κρατάει την αιγίδα, φύτεψαν φτελιά. Οι επτά πάλι αδελφοί που είχα στο παλάτι, σε μια μέρα μέσα, κατέβηκαν στον Άδη* γιατί όλους τους σκότωσε ο γρήγορος στα πόδια θείος Αχιλλέας πάνω στα βόδια τους, που κάνουν κύκλους με τα πόδια τους όταν περπατούν, και τα άσπρα πρόβατά τους. Τη μητέρα μου πάλι που βασίλευε στη δασόφυτη Πλάκο, αφού την έφερε πρώτα εδώ μαζί με άλλα πολύτιμα πράγματα, παίρνοντας λύτρα αμέτρητα την αφήκε να γυρίσει ελεύθερη* όμως στο παλάτι μέσα του πατέρα μου την χτύπησε η σαϊτεύτρα Άρτεμη».
Εκτός από τα κοπάδια, ο Αχιλλέας πήρε και τον Πήδασο, περίφημο άλογο του Ηετίωνα (Π 152), ένα δίσκο «και άλλα πολύτιμα πράγματα» (Ψ 826).
Στην επιδρομή στη Θήβα της Κιλικίας ήταν που αιχμαλωτίστηκε και η Χρυσηίδα, η κόρη του Χρύση, η απελευθέρωση της οποίας θα γινόταν αφορμή για την μετέπειτα οργή του Αχιλλέα και τη σύνθεση της Ιλιάδας. Ο ίδιος Αχιλλέας αναφέρει την εκεί αιχμαλωσία της (Α 366):
«Πήγαμε στη Θήβα, την ιερή πόλη του Ηετίωνα, και αφού την κουρσέψαμε, τα φέραμε όλα εδωπέρα. Όλα αυτά οι γιοι των Αχαιών τα μοίρασαν σωστά αναμεταξύ τους και για τον Ατρείδη (τον Αγαμέμνονα) ξεχώρισαν τη Χρυσηίδα με τα όμορφα μάγουλα».
Είχε βρεθεί εκεί φιλοξενούμενη μιας φίλης της, επειδή η πατρίδα της ήταν ανοχύρωτη και δεν της παρείχε ασφάλεια. Άλλοι πάλι έλεγαν ότι είχε πάει στην Θήβα για να θυσιάσει στην Άρτεμη. Ο Αγαμέμνονας που την πήρε, την αγάπησε περισσότερο κι από την Κλυταιμνήστρα. Όταν όμως αναγκάστηκε να την επιστρέψει στον πατέρα της, θέλησε να την αντικαταστήσει με την Βρισηίδα, που είχε κατακυρωθεί στον Αχιλλέα, ο οποίος και την είχε αιχμαλωτίσει, όταν πήρε τη Λυρνησσό.
Η εκστρατεία στη Λυρνησσό δεν ήταν προγραμματισμένη. Ο Αχιλλέας είχε βγει στο βουνό Ίδα να βρει κοπάδια για να φάει ο στρατός. Πρώτα, βρήκε μπροστά του τον Μήστορα, νόθο γιο του Πριάμου που με άλλους βοσκούς πρόσεχε τα πρόβατα του πατέρα του. Τους επιτέθηκε, σκότωσε τον Μήστορα και τους άλλους βοσκούς και πήρε τα ζώα. Τα έστειλε στο στρατόπεδο και συνέχισε. Συνάντησε τον Αινεία, μόνο του με τα δικά του ζώα. Ο Αινείας δε στάθηκε να αναμετρηθεί με τον ήρωα αλλά προτίμησε να το σκάσει. Ο Αχιλλέας τον κυνήγησε. Ο Αινείας χώθηκε στην πόλη Λυρνησσό, να σωθεί.
Ο Αχιλλέας την κυρίευσε, σκότωσε τον βασιλιά της, Μύνη, τον αδελφό του, Επίστροφο, και τους τρεις γιους του. Τον Αινεία δεν μπόρεσε να τον βρει, επειδή τον έσωσαν οι θεοί. Βρήκε όμως και αιχμαλώτισε την γυναίκα του νεκρού βασιλιά Μύνη, την όμορφη Βρισηίδα. Οι Αχαιοί έκριναν ότι του ανήκε. Όταν ο Αγαμέμνονας έδωσε πίσω την Χρυσηίδα, πήρε από τον Αχιλλέα την Βρισηίδα με το «έτσι θέλω». Έτσι ξεκίνησε η οργή του Αχιλλέα και γράφτηκε η Ιλιάδα.
(τελευταία επεξεργασία, 25 Ιανουαρίου 2022)