Οι Αχαιοί σκόρπισαν στις σκηνές τους. Όλοι εκτός από τους Μυρμιδόνες. Ο Αχιλλέας είχε ρίξει μέσα στα χώματα το κουφάρι του Έκτορα και έκλαιγε τον φίλο του. Οι Μυρμιδόνες έφεραν τα άλογά τους, καθένας τρεις φορές, πάνω από τη σορό του Πάτροκλου, τελευταία σπονδή στον αδικοχαμένο ήρωα. Μετά, ο Αχιλλέας διέταξε κι έστρωσαν φαγητά για τους πολεμιστές του. Ήρθαν και οι άλλοι βασιλιάδες, ήρθε και ο Αγαμέμνονας. Μάταια προέτρεπαν τον Αχιλλέα να λουστεί, να καθαριστεί από τα αίματα των αντιπάλων που είχε σφάξει εκείνη την ημέρα. Ούτε να πλυθεί ήθελε ούτε να φάει.
Όταν όλοι αποσύρθηκαν στις σκηνές τους, ο Αχιλλέας έγειρε να ξαποστάσει. Κουρασμένος καθώς ήταν, βυθίστηκε σε ύπνο βαθύ. Στα όνειρά του, ήρθε ο Πάτροκλος. Του ζήτησε να τον θάψει μια ώρα αρχύτερα, να μπορέσει η ψυχή του να περάσει στον Άδη. Ο Αχιλλέας ξύπνησε και θέλησε να αγκαλιάσει τον φίλο του τελευταία φορά. Η σκιά του Πάτροκλου όμως είχε χαθεί. Ο Αχιλλέας ξέσπασε σε θρήνους.
Η κηδεία του Πάτροκλου έγινε την επόμενη ημέρα, λαμπρή. Η σορός του κάηκε σε μεγάλη φωτιά, η τέφρα του τοποθετήθηκε σε μια υδρία που δόθηκε στον Αχιλλέα, να τη φυλάξει στη σκηνή του. Θα την τοποθετούσαν αργότερα, όταν πια και ο Αχιλλέας θα είχε πεθάνει, σε τάφο κοινό, να βρίσκονται οι δυο φίλοι αιώνια πλάι πλάι.
Οι τελετές έληξαν με αγώνες προς τιμή του νεκρού. Σ’ αυτούς, ο Αχιλλέας αθλοθέτησε πολλά και σπουδαία βραβεία. Στο τέλος, ανέδειξε τον Αγαμέμνονα νικητή στην κονταρομαχία.
Ραψωδία Ω – Η απόδοση της σορού
Οι επόμενες ημέρες κύλησαν με τον Αχιλλέα να ξεσπά με μανία στο κουφάρι του Έκτορα. Το έδενε στο άρμα του και το έσερνε τρεις φορές, γύρω από τον μνημείο του Πάτροκλου. Ο θεός Απόλλωνας προφύλασσε το πτώμα να μην κακοπάθει. Ο Δίας είχε αγανακτήσει. Κάποιοι από τους θεούς πρότειναν να κλέψουν τη σορό. Αντιστάθηκαν η Ήρα, ο Ποσειδώνας και η Αθηνά. Τη δωδέκατη μέρα, ο Απόλλωνας εξέφρασε τα παράπονά του. Επιτέλους, ας τέλειωνε αυτό το μαρτύριο! Με εντολή του αρχηγού των θεών, η Ίριδα κάλεσε την Θέτιδα στον Όλυμπο. Ο Δίας την διέταξε κι αυτή εμφανίστηκε στον Αχιλλέα και του είπε ότι θέληση του Δία και των άλλων θεών ήταν να πάψει την κακομεταχείριση του νεκρού και να τον επιστρέψει στον πατέρα του, παίρνοντας λύτρα.
Ο ήρωας αποδέχτηκε την θεϊκή απόφαση. Η Ίριδα στάλθηκε στο παλάτι της Τροίας. Πήγε και βρήκε τον Πρίαμο. Τον συμβούλευσε να επισκεφτεί τον Αχιλλέα με λύτρα και να πάρει πίσω τη σορό του γιου του. Η Εκάβη αντιδρούσε. Φοβόταν ότι, με όλα αυτά, κινδύνευε η ζωή του άντρα της και βασιλιά. Εκείνος επέμενε. Γέμισε μιαν άμαξα με σπουδαία δώρα και πήγε στο στρατόπεδο των Αχαιών. Νύχτα έφτασε εκεί με την ακολουθία του. Τον περίμενε ο Ερμής, τάχα πως ήταν ένας από τους Μυρμιδόνες. Τον οδήγησε ως τη σκηνή του Αχιλλέα, εκεί είπε ποιος πραγματικά ήταν και τον ορμήνευσε πώς να φερθεί.
Ο Πρίαμος μπήκε μόνος στη σκηνή του Αχιλλέα και ρίχτηκε στα πόδια του, παρακαλώντας τον. Ο ήρωας του φέρθηκε με κάθε σεβασμό. Του πρόσφερε φαγητό και ποτό και τον έβαλε να κοιμηθεί στη σκηνή του. Το επόμενο πρωί και με τη βοήθεια του Ερμή, ο Πρίαμος έφυγε από το στρατόπεδο μαζί με τη σορό του γιου του. Ο Αχιλλέας του είχε υποσχεθεί εκεχειρία για δώδεκα ημέρες, όσες απαιτούνταν για να κλάψουν και να κάψουν τον νεκρό. Ο τύμβος του Έκτορα υψώθηκε ξημέρωμα της δέκατης ημέρας.
Σ’ αυτό το σημείο τελειώνει η Ιλιάδα. Τα υπόλοιπα γεγονότα του δέκατου χρόνου της πολιορκίας περιγράφονται στο έπος «Αιθιοπίδα» που φτάνει ως τον θάνατο του Αχιλλέα.
(τελευταία επεξεργασία, 26 Φεβρουαρίου 2022)