Έκταση: 3.636 τ. χλμ. Κάτοικοι: 99.670
Τη Λακωνία χωρίζουν από τη Μεσσηνία δυτικά της ο Ταΰγετος και από την Αρκαδία, βόρεια, ο Πάρνωνας. Βρέχεται από τον Λακωνικό κόλπο, το Μυρτώο πέλαγος και τον Μεσσηνιακό κόλπο.
Ο Ταΰγετος αποτελεί μια αλυσίδα βουνών που ξεκινούν από τα νότια του οροπεδίου της Μεγαλόπολης για να καταλήξουν στο ακρωτήριο Ταίναρο. Στις ψηλές κορφές του, τις χαράδρες του και τις ρωγμές, τα χιόνια διατηρούνται όλο τον χρόνο. Οι ανώτερες ζώνες του είναι γυμνές. Οι χαμηλότερες καλύπτονται από δάση ελάτης, πεύκου και δρυός. Οι νότιες προεκτάσεις του προς τη Μάνη, όπου δεν είναι γυμνές, καλύπτονται από ελιές.
Οι οροσειρές του Ταϋγέτου και του Πάρνωνα καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του νομού και του δίνουν ορεινό χαρακτήρα. Οι πεδινές περιοχές βρίσκονται στα παράλια και ανάμεσα στις δύο οροσειρές, όπου κυλούν τα νερά του ποταμού Ευρώτα. Είναι η κοιλάδα του Ευρώτα, η πεδιάδα του Έλους, η πεδιάδα των Μολάων, οι κοιλάδες Οινούντος, Λίμνης, Πασσαβά, Μαυροβουνίου και οι στενές παραλιακές πεδιάδες στις ακτές του Λακωνικού και του Μεσσηνιακού κόλπου.
Ο Ευρώτας είναι ο μεγαλύτερος ποταμός του νομού. Πηγάζει από τα βουνά που βρίσκονται ανάμεσα στον Ταΰγετο και τον Πάρνωνα, δέχεται πολυάριθμους παραπόταμους, διασχίζει την κοιλάδα της Λακεδαίμονος και εκβάλλει στην κοιλάδα του Έλους, που είναι αποτέλεσμα των προσχώσεών του.
Ο Βασιλοπόταμος πηγάζει από τον Πάρνωνα. Τα νερά του βυθίζονται σε καταβόθρες, ρέουν κάτω από τον Ευρώτα και εμφανίζονται κοντά στη Σκάλα, όπου βρίσκονται οι φανερές πηγές του. Είναι ο μοναδικός λακωνικός ποταμός με σταθερή ποσότητα υδάτων. Ο Ευρώτας το καλοκαίρι έχει λιγότερα νερά και σε κάποια σημεία μοιάζει με ξεροπόταμο καθώς ρέει υπογείως.
Ο Σμήνος ή ποτάμι της Μπαρδούνιας συλλέγει με χειμάρρους τα νερά από τις νοτιοανατολικές ακτές του Ταϋγέτου και χύνεται κοντά στο Μαυροβούνι του Γυθείου. Το καλοκαίρι δεν έχει νερά.
Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, η Λακωνία έχει πληθυσμό 99.671 κατοίκους, έναντι 95.005 του 1991. Το υψηλό ποσοστό φυσικής μείωσης του πληθυσμού φαίνεται να περιορίζεται. Ενώ το 1977 η αναλογία γεννήσεων ανά 1.000 κατοίκους υπολογιζόταν στο μείον 3,2, τον επόμενο χρόνο ήταν -1.5.
Το κατά κεφαλή προϊόν ανέρχεται σε 9.097,58 ευρώ. Σε κάθε εκατό κατοίκους αναλογούν 12 αυτοκίνητα. Το δηλωθέν ανά κάτοικο εισόδημα ανερχόταν το 1999 σε 2.142,33 ευρώ και οι ανά κάτοικο καταθέσεις έφταναν τα 4.402,05 ευρώ. Την ίδια χρονιά οι κάτοικοί της πλήρωσαν κατά μέσο όρο από 123,06 ευρώ φόρο.
Το 25% του παραγομένου στο νομό προϊόντος προέρχεται από τη γεωργία. Είναι η τρίτη σε παραγωγή εσπεριδοειδών περιοχή της χώρας και η έβδομη σε ελαιοπαραγωγή.
Η ιστορία της Λακωνίας
Οι πρώτοι κάτοικοι:
Κατοίκηση στην περιοχή της Λακωνίας υπήρχε τουλάχιστον από την Λιθική Εποχή (6000 π.Χ.). Οι προέλληνες Λέλεγες είναι ο πιο παλιός λαός που εμείς ξέρουμε ότι κατοίκησε εκεί. Με τον μυθικό Λέλεγα, αυτόχθονα γενάρχη του λαού του. Από αυτόν, ολόκληρη η Λακωνία αρχικά ονομαζόταν Λελεγία. Από τη Ναϊάδα (νεράιδα) Κλεοχάρεια, ο Λέλεγας απέκτησε γιους τον Μύλη, εφευρέτη των μυλόπετρων, των οργάνων άλεσης των σιτηρών, και τον Πολυκάωνα που μετανάστευσε στη Μεσσηνία. Ο Μύλης έμεινε βασιλιάς στη Λελεγία, την κατοπινή Λακωνία. Γιος του ήταν ο Ευρώτας. Στα χρόνια του, μια μεγάλη λίμνη κάλυπτε την περιοχή. Ο Ευρώτας άνοιξε κανάλι από τη λίμνη ως τη θάλασσα κι έτσι τα νερά έπαψαν να λιμνάζουν, βρίσκοντας διέξοδο για να φύγουν: Δημιουργήθηκε ο ποταμός που ονομάστηκε Ευρώτας.
Από την Ευρυδίκη, ο Ευρώτας απέκτησε κόρη τη Σπάρτη.
Κόρη του τιτάνα Άτλαντα και της (κόρης του Ωκεανού) Πληιόνης ήταν η Ταϋγέτη που έδωσε το όνομά της στο όμορφο βουνό. Απέκτησε από τον Δία, γιο τον Λακεδαίμονα. Ο Ευρώτας του έδωσε σύζυγο την κόρη του, Σπάρτη.
Όταν πέθανε ο Ευρώτας, βασιλιάς της ευρύτερης περιοχής έγινε ο Λακεδαίμων. Ονόμασε το βασίλειό του Λακεδαίμονα (λεγόταν και Λακωνική και Λακωνία) και Σπάρτη την πόλη όπου βρισκόταν το παλάτι του. Το ζευγάρι απέκτησε γιο, τον Αμύκλα.
Μεγαλώνοντας, ο Αμύκλας διαδέχτηκε τον πατέρα του κι έκτισε την πόλη Αμύκλες, αρχαία πρωτεύουσά της Λακωνίας. Από τη γυναίκα του, Διομήδη, ο Αμύκλας απέκτησε τρεις γιους: Τους Υάκινθο, Άργαλο και Κυνόρτα.
Ο Υάκινθος έγινε ένας πανέμορφος νέος, που τον ζήλεψε ο Ζέφυρος, επειδή προτιμούσε τη συντροφιά του Απόλλωνα. Κάποια μέρα, ενώ Απόλλων και Υάκινθος συναγωνίζονταν στη δισκοβολία, ο Ζέφυρος φύσηξε κι έκανε να λοξοδρομήσει ο δίσκος και να χτυπήσει θανάσιμα τον Υάκινθο. Εκεί, όπου ο νέος έπεσε νεκρός, ο Απόλλων έκανε να φυτρώσουν οι υάκινθοι, τα όμορφα λουλούδια που ο λαός ονομάζει ζουμπούλια.
Τον βασιλιά διαδέχτηκε ο Άργαλος κι αυτόν ο αδελφός του, Κυνόρτας. Αυτόν διαδέχτηκε ως βασιλιάς της Σπάρτης ο Οίβαλος. Πήρε γυναίκα του τη χήρα του Περιήρη της Μεσσηνίας και κόρη του Περσέα των Μυκηνών, Γοργοφόνη.
Αργολίδα, Σπάρτη και Μεσσηνία ξαναδέθηκαν με συγγενικούς δεσμούς.
Οι Αχαιοί στη Σπάρτη:
Από μια ερωμένη του, ο Οίβαλος απέκτησε νόθο γιο τον Ιπποκόοντα. Από τη Γοργοφόνη, τον Ικάριο, τον Τυνδάρεο ή Τύνδαρο και την Αρήνη που έμελλε να παντρευτεί τον ομομήτριο και ετεροθαλή αδελφό της, Αφαρέα της Μεσσηνίας. Όταν ο Οίβαλος πέθανε, ο Ιπποκόων ως μεγαλύτερος, πήρε τον θρόνο κι έδιωξε τον Ικάριο και τον Τύνδαρο. Τα δυο αδέλφια έφτασαν στην Καλυδώνα (στη σημερινή Αιτωλία). Εκεί, ο Ικάριος παντρεύτηκε την Ναϊάδα Περίβοια κι απέκτησε κόρη, την Πηνελόπη. Ο Τύνδαρος κέρδισε την ευγνωμοσύνη του εκεί βασιλιά, Θέστιου, ο οποίος του έδωσε σύζυγο την κόρη του, πανέμορφη Λήδα. Απέκτησε γιους τους Διόσκουρους Κάστορα και Πολυδεύκη και κόρες την Ωραία Ελένη και την Κλυταιμνήστρα, αν και στην πραγματικότητα όλα τα παιδιά γεννήθηκαν από την ένωση της Λήδας με τον Δία.
Ο Ηρακλής ήταν αυτός που αποκατέστησε τον Τύνδαρο στον θρόνο της Λακωνίας, ενώ τις κόρες του βασιλιά παντρεύτηκαν τα αδέλφια Αγαμέμνων και ο Μενέλαος, με τον Οδυσσέα να παίρνει σύζυγό του την Πηνελόπη. Ο θάνατος του Τύνδαρου έφερε τον Μενέλαο στον θρόνο και τους Αχαιούς, εκτός από την Αργολίδα, να απλώνονται και σε ολόκληρη τη Λακωνία, ενώ από μια γενιά νωρίτερα ήταν κυρίαρχοι και της Μεσσηνίας.
Μεσολάβησαν τα γεγονότα που οδήγησαν στην αρπαγή της Ωραίας Ελένης από τον Πάρι και στον Τρωικό πόλεμο. Ο Μενέλαος και η Ελένη έφτασαν από την Τροία στη Σπάρτη τη μέρα που γίνονταν οι γάμοι της μοναχοκόρης τους, Ερμιόνης, με τον Ορέστη, γιο του Αγαμέμνονα και πρώτο εξάδελφό της. Ο Ορέστης ήταν και ο διάδοχος του Μενέλαου στον θρόνο. Απέκτησε γιο τον Τισαμενό, αυτόν που έμελλε να σκοτωθεί στη μάχη, όταν συνέβη η κάθοδος των Ηρακλειδών (βλ. [ Πατριδογνωσία ] «Ιστορία της Αχαΐας»: Τα ηρωικά χρόνια).
Οι Ηρακλείδες στη Σπάρτη:
Με οδηγό τον Αιτωλό Όξυλο, τα τρισέγγονα του Ηρακλή, αδέλφια Τήμενος, Αριστόδημος και Κρεσφόντης, μαζί με τον συγγενή τους Ιππότη, πέρασαν από το Αντίρριο στο Ρίο. Νίκησαν σε μάχη τους Αχαιούς και χωρίστηκαν σε πέντε φάλαγγες. Ο Όξυλος πήρε την Ηλεία. Ο Αλήτης, γιος του Ιππότη, την Κορινθία. Ο Τήμενος την Αργολίδα. Ο Κρεσφόντης είχε αντικειμενικό σκοπό τη Μεσσηνία. Ο Αριστόδημος (ή τα παιδιά του, αν ευσταθεί η εκδοχή ότι σκοτώθηκε στη μάχη) προχώρησε εναντίον της Λακωνίας.
Δεν δόθηκε μάχη. Ο Αχαιός βασιλιάς, Τισαμενός, πήρε όσους από τους υπηκόους του ήθελαν να τον ακολουθήσουν και μετανάστευσε στην Αχαΐα, όπου και σκοτώθηκε. Στις Αμύκλες έμειναν πολλοί Αχαιοί. Το ίδιο και στους λοιπούς οικισμούς. Οι Ηρακλείδες εγκαταστάθηκαν στη Σπάρτη. Βασιλιάδες έγιναν τα δίδυμα παιδιά του Αριστόδημου, Ευρυσθένης και Προκλής, που καθιέρωσαν την διπλή βασιλεία στην περιοχή.
Για πολλά χρόνια, Σπάρτη και Αμύκλες συμβίωναν άλλοτε εχθρικά άλλοτε ειρηνικά. Η μέση της απόστασης από τη Σπάρτη ως τις Αμύκλες ήταν το τελευταίο σύνορο των Σπαρτιατών προς τον Νότο. Ολόκληροι οι Ι’ και Θ’ π.Χ. αιώνες πέρασαν με τους Σπαρτιάτες να απλώνονται βόρεια βορειοδυτικά, κερδίζοντας εδάφη της σημερινής νότιας Αρκαδίας και της βορειανατολικής Μεσσηνίας. Στα τέλη του Θ’ αιώνα, το κράτος της Σπάρτης, πέρα από την αρχική μικρή έκταση γύρω από την πόλη, περιλάμβανε τις περιοχές Πελλάνας, Σελλασίας και Αιγύτιδας (δηλαδή, ολόκληρη την βόρεια περιοχή της σημερινής επαρχίας Λακεδαίμονος, μια λωρίδα γης από τη σημερινή Νότια Αρκαδία και μια γλώσσα εδάφους στη βορειοανατολική Μεσσηνία).
Η αντίσταση των αχαϊκών πόλεων Αμύκλες, Φάρις, Γερόνθρες κάμφθηκε στο πρώτο μισό του Η’ π.Χ. αιώνα και το κράτος της Σπάρτης επεκτάθηκε νότια νοτιοανατολικά ως τις πλαγιές του Πάρνωνα. Αμέσως μετά, προστέθηκε η Δενθελιάτις, δυτικά της Σπάρτης, στην περιοχή του Ταΰγετου. Ως τα μισά του αιώνα, κατακτήθηκαν όλες οι νότιες περιοχές δυτικά του Πάρνωνα ως τη θάλασσα (Κάτω κοιλάδα του Ευρώτα, Ταΰγετος, Ταίναρο κι όλη η ανατολική ακτή του Μεσσηνιακού κόλπου). Η επέκταση ανατολικά σκόνταφτε στο κράτος του Άργους που έφτανε ως το ακρωτήριο Μαλέας και τα Κύθηρα. Δυτικά, απλωνόταν η Μεσσηνία.
Στο εξής και για τους επόμενους πεντέμισι αιώνες, η ιστορία της Λακωνίας ταυτίζεται με αυτή της Σπάρτης.
Ο Λυκούργος και οι νόμοι του:
«Για τον Λυκούργο τον νομοθέτη, γενικά, τίποτα το αναμφισβήτητο δεν μπορεί να λεχθεί». Με αυτά τα λόγια αρχίζει την εξιστόρηση της ζωής του νομοθέτη Λυκούργου ο Πλούταρχος στους «Βίους Παράλληλους». Η συμφωνία που έκανε μαζί του ο βασιλιάς της Ήλιδας, Ίφιτος προκειμένου να αναδιοργανώσει τους Ολυμπιακούς αγώνες, τον τοποθετεί στα 776 π.Χ. Ο σοφός Αριστοτέλης συγκαταλεγόταν σε εκείνους που δέχονταν αυτή την εκδοχή και ως επιχείρημα προέβαλλε την ύπαρξη στην Ολυμπία ενός δίσκου όπου υπήρχε και το όνομα Λυκούργος. Ο Ερατοσθένης υπολόγισε ότι ο Λυκούργος πρέπει να έζησε πολύ πριν από την 1η Ολυμπιάδα. Την ίδια άποψη είχε και ο Απολλόδωρος. Ο Στράβων τον τοποθετούσε γύρω στα 900 π.Χ. Ο ιστορικός Τίμαιος (Δ’ με Γ’ π.Χ. αιώνας) πιθανολογούσε ότι υπήρχαν δύο νομοθέτες με το όνομα Λυκούργος, με τον δεύτερο να έζησε στα χρόνια του Ομήρου και να συναντήθηκε μαζί του. Πολλοί αρχαίοι και σχεδόν το σύνολο των νεότερων ιστορικών πιστεύουν ότι πρόκειται για μυθικό πρόσωπο που δεν υπήρξε ποτέ. Έτσι κι αλλιώς, οι νόμοι τους οποίους φέρεται ότι επέβαλε, καθιερώθηκαν σταδιακά και σε διάστημα περίπου τεσσάρων αιώνων.
Στην τελική μορφή της, η οργάνωση του κράτους της Σπάρτης προέβλεπε δυο βασιλιάδες, απόγονους ο ένας του οίκου του Ευρυσθένη (ονομάζονταν Αγιάδες από το όνομα του γιου και διαδόχου του, Άγι) και ο άλλος του οίκου του Προκλή (ονομάζονταν Ευρυπωντίδες από το όνομα του γιου και διαδόχου του, Ευρυπώντα). Οι δυο τους, μαζί με 28 πολίτες (αρχηγούς των ισάριθμων οίκων που βοήθησαν στην κατάκτηση της περιοχής), αποτελούσαν την γερουσία που ετοίμαζε τους νόμους, οι οποίοι υποβάλλονταν προς έγκριση στην Απέλλα (την σπαρτιατική Εκκλησία του δήμου), η οποία συνερχόταν σε τακτά διαστήματα (ίσως κάθε πανσέληνο). Αργότερα και όχι πιο πριν από το 754 π.Χ., καθιερώθηκε ο θεσμός των πέντε εφόρων, οι οποίοι εκλέγονταν με ετήσια θητεία, απέκτησαν πολύ μεγάλη δύναμη (μεγαλύτερη και από αυτή των βασιλιάδων) και λειτουργούσαν ως κυβέρνηση.
Ελεύθεροι και με πλήρη πολιτικά δικαιώματα ήταν οι Σπαρτιάτες απόγονοι εκείνων που μετείχαν στην Κάθοδο των Ηρακλειδών. Ελεύθεροι αλλά χωρίς πολιτικά δικαιώματα ήταν οι Αχαιοί που δεν είχαν αντισταθεί στους επιδρομείς. Δημόσιοι δούλοι (οι είλωτες) ήταν εκείνοι από τους Αχαιούς που είχαν αντισταθεί και υπέκυψαν έπειτα από μάχες.
Κατά την παράδοση, όταν ο Λυκούργος συμπλήρωσε το νομοθετικό έργο του, ανακοίνωσε στους Σπαρτιάτες ότι θα ξεκινούσε ένα μεγάλο ταξίδι. Και τους όρκισε να μην αλλάξουν τίποτα από τους νόμους του, ώσπου να επιστρέψει. Δεν επέστρεψε. Αγνοούμε πού και πότε πέθανε.
Μεσσηνιακοί πόλεμοι και Τεγέα:
Η επόμενη επέκταση του κράτους της Σπάρτης έγινε προς τα δυτικά. Αιφνιδιαστικά, μπήκαν στη Μεσσηνία από την πλευρά της Αιγύτιδας. Βεβαιωμένα, ο πόλεμος κράτησε είκοσι χρόνια αλλά αγνοούμε ποια ακριβώς. Οι περισσότεροι υποθέτουν ότι ξεκίνησε το 735 και τελείωσε το 715 π.Χ. Ήταν ο Α’ Μεσσηνιακός πόλεμος. Τα οφέλη για τη Σπάρτη ήταν κάποια εδάφη στην Κεντρική Μεσσηνία, στην περιοχή της Στενύκλαρου. Η κατακτημένη γη μοιράστηκε σε περίπου τρεις χιλιάδες κλήρους. Ο πόλεμος όμως οδήγησε σε κοινωνική αναταραχή μέσα στη Σπάρτη.
Κάποιος αριστοκράτης που ονομαζόταν Πολέμαρχος, σκότωσε τον βασιλιά Πολύδωρο. Μια συνωμοσία των Παρθενίων («νόθων» γιων που οι Σπαρτιάτισσες είχαν αποκτήσει με είλωτες ή με άνδρες που δεν βρίσκονταν στα πεδία των μαχών) αποκαλύφθηκε. Οι Παρθενίες έφυγαν στην Κάτω Ιταλία και ίδρυσαν εκεί την αποικία του Τάραντα (ανάμεσα στο 708 και το 706 π.Χ.). Στο τέλος της διαμάχης, οι βασιλιάδες διατηρούσαν την εξουσία τους αλλά ψαλιδισμένη και οι ελεύθεροι πολίτες, αριστοκράτες και μη, είχαν εξομοιωθεί. Χρειάζονταν όμως κι άλλη γη καθώς οι ακτήμονες πολλαπλασιάζονταν.
Ξεκίνησαν επεκτατικούς πολέμους αλλά ατύχησαν. Στα 700 π.Χ., προσπάθησαν να πάρουν την Τεγέα. Νικήθηκαν. Στα 675, εισέβαλαν στην Αργολίδα. Ο πόλεμος τους πήρε πολύ χρόνο με τελικό αποτέλεσμα την ήττα της Σπάρτης (669 π.Χ.). Οι δυο αντίπαλοι (Άργος και Σπάρτη) βγήκαν εξουθενωμένοι από την αναμέτρηση.
Στη Μεσσηνία, βρήκαν ευκαιρία και επαναστάτησαν. Οι κληρούχοι της Στενύκλαρου άφησαν τη γη τους και κατέφυγαν στη Σπάρτη. Ο πόλεμος διεξαγόταν με την μορφή επιδρομών των μεν στα εδάφη των δε και με ελάχιστες μάχες «κατά παράταξη». Μόλις στα 657 π.Χ. οι Σπαρτιάτες μπόρεσαν να νικήσουν τελεσίδικα. Κι αυτή τη φορά, η Στενύκλαρος τους ανήκε ολόκληρη. Τη μοίρασαν σε τεσσεράμισι χιλιάδες κλήρους, ενώ όσοι Μεσσήνιοι πιάστηκαν, έγιναν είλωτες.
Περίπου έναν αιώνα αργότερα, λίγο μετά το 575 π.Χ., οι Σπαρτιάτες θέλησαν πάλι να πάρουν την Τεγέα. Νικήθηκαν. Όσοι αιχμαλωτίστηκαν, καταδικάστηκαν να καλλιεργούν τα χωράφια των Τεγεατών. Οι Σπαρτιάτες επανήλθαν στα 560 π.Χ. Αυτή τη φορά, κατόρθωσαν να πάρουν την πόλη. Δεν μπόρεσαν όμως να επεκταθούν περισσότερο (αναφέρεται και μια συντριπτική ήττα τους από τους κατοίκους του Ορχομενού της Αρκαδίας). Και δεν μετέτρεψαν σε είλωτες τους κατοίκους της Τεγέας αλλά υποχρέωσαν την πόλη να γίνει σύμμαχός τους. Η επεκτατική πολιτική για την απόκτηση νέων γαιών πήρε τέλος.
Η νέα «εξωτερική πολιτική» της Σπάρτης θεωρήθηκε έργο του Χείλωνα του Λακεδαιμόνιου που ειπώθηκε ότι ήταν ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας. Του ανήκε το γνωμικό «Γνώθι σαυτόν» (να γνωρίζεις τον εαυτό σου, ουσιαστικά να ξέρεις τι μπορείς και τι όχι). Έγινε ένας από τους πέντε εφόρους μιας χρονιάς ανάμεσα στα 556 και 553 π.Χ. Σ’ αυτόν αποδίδεται η μεγάλη δύναμη που οι έφοροι απέκτησαν.
Οπωσδήποτε, για έναν ολόκληρο αιώνα, δεν υπήρξε άλλο πολεμικό επεισόδιο ανάμεσα στη Σπάρτη και την Τεγέα. Και, στα 547 π.Χ., οι Σπαρτιάτες μπόρεσαν να αφαιρέσουν την χώρα της Θυρεάτιδας (σημερινή Κυνουρία) από το Άργος (βλ. [ Πατριδογνωσία ] «Ιστορία του Άργους»: Η πάλη για τη Θυρεάτιδα).
Στρατιωτική ζωή:
Σπαρτιάτης τον ΣΤ’ π.Χ. αιώνα λογιζόταν ο ελεύθερος πολίτης της Σπάρτης. Λακεδαιμόνιος ο ελεύθερος πολίτης αλλά και ο περίοικος καθώς και εκείνος που είχε χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα. Και το πιο εύκολο πράγμα στη Σπάρτη ήταν να χάσει κάποιος τα πολιτικά του δικαιώματα και να γίνει «υπομείων», όπως λεγόταν.
Ο ελεύθερος πολίτης με πλήρη πολιτικά δικαιώματα έπρεπε να είχε γεννηθεί από Σπαρτιάτες πατέρα και μάνα, να είναι υγιής κατά τη γέννησή του και αρτιμελής (αλλιώς άφηναν κάπου το μωρό έκθετο ώσπου να πεθάνει ή το έριχναν στον Καιάδα, ένα βάραθρο όπου γκρεμίζονταν οι εγκληματίες και οι αιχμάλωτοι πολέμου που δεν γίνονταν είλωτες), να μετέχει σε όλα τα στάδια του επίσημου σπαρτιατικού βίου και να μην έχει υποπέσει σε «ατιμία»: Σε παράπτωμα του οποίου ποινή ήταν η αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων.
Ο επίσημος σπαρτιατικός βίος για τα αγόρια ξεκινούσε μόλις γίνονταν επτά χρόνων. Τότε τα έπαιρνε η πολιτεία και τα τοποθετούσε σε δυο ομάδες ταυτόχρονα: Σε μια συνομηλίκων που ονομαζόταν «βούα» (κοπάδι βοδιών) και σε μια με παιδιά διαφορετικής ηλικίας που λεγόταν «ίλη». Βούα και ίλη ονομάζονταν «αγέλες». Οι βούες αντιστοιχούσαν σε σχολικές τάξεις όπου τα παιδιά εκπαιδεύονταν κι αποκτούσαν γνώσεις. Οι ίλες αντιστοιχούσαν σε στρατιωτικές μονάδες με αρχηγό τον αρχαιότερο όπου τα παιδιά εξασκούνταν στη χρήση των όπλων, στην εκτέλεση αποστολών και στην σιδερένια πειθαρχία: Η ατομικότητα εξαφανιζόταν, ενώ η ομαδικότητα ήταν ο τελικός αντικειμενικός σκοπός της όλης εκπαίδευσης. Η γραφή και η ανάγνωση ήταν τα βασικά μαθήματα αλλά τα παιδιά υποχρεώνονταν να ακούν διαφόρων ειδών αφηγήσεις και να αποστηθίζουν ποιήματα «πατριωτικού περιεχομένου». Στα είκοσι, ήταν τέλειοι στρατιώτες. Μπορούσαν να γίνουν πολίτες.
Για να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα, έπρεπε να εκλεγούν μέλη μιας από τις 15μελείς ομάδες που ονομάζονταν «συσσίτια» ή «συσκηνίες» και δεν ήταν τίποτε άλλο από μονάδες στρατού (κάτι σαν διμοιρίες). Οι εικοσάχρονοι υπέβαλαν αίτηση υποψηφιότητας για ομάδες όπου υπήρχαν κενές θέσεις. Τα ήδη μέλη ψήφιζαν με μυστική ψηφοφορία, αν θα δεχτούν τον υποψήφιο ή όχι. Μια αρνητική ψήφος αρκούσε για να απορριφθεί ο υποψήφιος.
Οι δεκαπέντε κάθε ομάδας ζούσαν μέρα νύχτα μαζί, κοιμόντουσαν σε κοινούς στρατώνες («ανδρεία») κι έτρωγαν μαζί σε κοινούς χώρους («φιδίτια») τον γνωστό λιτό «μέλανα ζωμό». Μόνο για τους ανάμεσά τους παντρεμένους γίνονταν «στραβά μάτια» προκειμένου κάποιες βραδιές να συνευρεθούν με τις γυναίκες τους στο σπίτι. Ο πόλεμος γινόταν βίωμα για τον Σπαρτιάτη. Ξεκινούσε γι’ αυτόν με τη μάνα ή τη γυναίκα του να αδιαφορούν για τη ζωή του και να ενδιαφέρονται μόνο για την τιμή του, όπως η Σπάρτη την εννοούσε: «Ή ταν ή επί τας» (ή θα νικήσεις ή θα γυρίσεις νεκρός πάνω στην ασπίδα σου).
Με όλα αυτά, κάθε μέλος υποχρεωνόταν να προσφέρει κάθε μήνα στα «συσσίτια» όπου ανήκε περίπου τριάντα κιλά αλεύρι, δέκα με δεκαπέντε λίτρα κρασί, έντεκα κιλά τυρί, έξι κιλά σύκα και μικρή χρηματική εισφορά. Ο Σπαρτιάτης που δεν είχε τη δυνατότητα να καταβάλει το μερίδιό του στα έξοδα, εξέπιπτε από μέλος και, ταυτόχρονα, έχανε τα πολιτικά του δικαιώματα.
Μοναδική όμως εργασία των Σπαρτιατών ήταν η στρατιωτική εκπαίδευση που συνεχιζόταν είτε σε περίοδο πολέμου είτε σε περίοδο ειρήνης. Στην ουσία, ως τα τριάντα τους χρόνια, οι Σπαρτιάτες ζούσαν σε διαρκή επιστράτευση. Επάγγελμα άλλο δεν ασκούσαν. Τα έσοδά τους προέρχονταν από τους κλήρους που οι είλωτες καλλιεργούσαν. Και οι κλήροι πήγαιναν στους πρωτότοκους. Τα υπόλοιπα αγόρια υπέφεραν. Υπέφεραν και όσοι είχαν κλήρο σε περιοχές που βρίσκονταν σε επανάσταση ή κατακτήθηκαν από άλλο κράτος.
Άλλος λόγος για να χάσει κάποιος τα πολιτικά του δικαιώματα ήταν να λιποτακτήσει ή να πιαστεί αιχμάλωτος ή και να υποχωρήσει μπροστά στην ανωτερότητα του εχθρού. Από τα χρόνια του Β’ Μεσσηνιακού πολέμου, ο ποιητής Τυρταίος καλούσε τους νέους στον υπέρ όλων αγώνα, διαδηλώνοντας με τους στίχους του ότι «είναι ωραίο να πεθαίνεις για την πατρίδα», ότι δεν πρέπει να υποκύψουν «στον φόβο και την αισχρή φυγή» κι ότι είναι ανάγκη καθένας τους «να μένει ακίνητος, γερά στηριγμένος στη γη, δαγκώνοντας τα χείλη του», όταν υφίσταται επίθεση. Τα λόγια των ποιημάτων του Τυρταίου ήταν μέσα στην εξεταστέα ύλη των παιδιών της Σπάρτης.
Ο βασιλιάς Κλεομένης:
Με όλα αυτά, στα τέλη του ΣΤ’ π.Χ. αιώνα, οι Σπαρτιάτες διέθεταν φημισμένο στρατό, ήταν ηγέτες της Πελοποννησιακής συμμαχίας αλλά αριθμούσαν μόλις 8.000 ενήλικους πολίτες. Στα 512, βοήθησαν τους Αθηναίους να διώξουν τον τύραννο Ιππία. Στα 499 π.Χ., αρνήθηκαν βοήθεια στους επαναστατημένους εναντίον των Περσών Ίωνες.
Ο Αρισταγόρας της Μιλήτου έφτασε στη Σπάρτη και έγινε δεκτός από τον βασιλιά Κλεομένη. Του ζήτησε να βοηθήσουν οι Σπαρτιάτες τους Ίωνες στην εξέγερσή τους και προσπάθησε να τον δελεάσει προβάλλοντας τα οφέλη που η Σπάρτη θα αποκτούσε, αν κατέλυε το περσικό κράτος και κατακτούσε την πρωτεύουσά του, τα Σούσα. Ο Κλεομένης απάντησε ότι ήθελε τρεις μέρες για να σκεφτεί το όλο ζήτημα. Στη νέα συνάντηση, ο Κλεομένης ρώτησε πόσο χρειαζόταν κάποιος για να βαδίσει από τη μικρασιατική ακτή ως την περσική πρωτεύουσα. Ο Αρισταγόρας απάντησε:
«Τρεις μήνες».
Ο Κλεομένης του ζήτησε να εγκαταλείψει τη Σπάρτη, πριν από τη δύση του ηλίου! Παράτησε τον Αρισταγόρα στα κρύα του λουτρού κι έφυγε. Ο Μιλήσιος έτρεξε πίσω του. Τον πρόφτασε στη βασιλική κατοικία. Τον παρακάλεσε να τον ακούσει, αφού όμως απομάκρυνε την περίπου εννιά χρόνων κόρη του, Γοργώ, που έτυχε να βρίσκεται εκεί. Ο Κλεομένης τον προκάλεσε να μιλήσει μπροστά της. Αναγκαστικά, ο Αρισταγόρας είπε αυτό που ήθελε παρουσία της μικρής: Αν ο Κλεομένης πρόσφερε στρατιωτική βοήθεια, θα είχε να λαβαίνει αμοιβή πέντε τάλαντα. Ο Κλεομένης αρνήθηκε με θυμό. Ο Αρισταγόρας ανέβασε το ποσό της δωροδοκίας.
Ο Κλεομένης συνέχισε να αρνείται ώσπου η προσφορά έφτασε τα πενήντα τάλαντα. Τότε, μπήκε στη μέση η μικρή και είπε του πατέρα της να σηκωθεί και να φύγει, γιατί αλλιώς ο ξένος θα τον διέφθειρε. Ο βασιλιάς προτίμησε να διώξει τον Αρισταγόρα.
Στην πραγματικότητα, οι Σπαρτιάτες δεν επρόκειτο να βοηθήσουν τους Ίωνες ακόμα κι αν η περσική πρωτεύουσα βρισκόταν πάνω στη μικρασιατική ακτή. Ο συνεχής ανταγωνισμός τους με τους Αργείους και ο διαρκής φόβος μιας επανάστασης στη Μεσσηνία τους κρατούσε στην Πελοπόννησο. Στα 594 π.Χ., ο στρατός του Κλεομένη τσάκισε τους Αργείους που έχασαν σε μάχη γύρω στους 6.000 άνδρες αλλά δεν μπόρεσε να πάρει το Άργος (βλ. [ Πατριδογνωσία ] «Ιστορία του Άργους»: Τελέσιλλα και Κλεομένης).
Στη Σπάρτη, οι δυο βασιλιάδες διαφωνούσαν ως προς την αντιμετώπιση των Περσών. Ο Δημάρατος έβλεπε με καλό μάτι μια συμμαχία με τους Πέρσες. Ο Κλεομένης υποστήριζε ότι η Σπάρτη έπρεπε να συνταχθεί με τους άλλους Έλληνες εναντίον των Περσών. Στα 491 π.Χ., βοήθησε γι’ άλλη μια φορά τους Αθηναίους.
Ήταν η εποχή που οι πρεσβευτές του Δαρείου τριγυρνούσαν την Ελλάδα και ζητούσαν «γην και ύδωρ». Οι Αιγινήτες πρόθυμα δήλωσαν υποταγή, προκειμένου να μη χάσουν τις αγορές των μικρασιατικών ακτών. Ήταν άλλωστε γνωστό ότι ένας από τους κύριους στόχους των Περσών ήταν η Αθήνα και οι Αιγινήτες δεν δυσκολεύονταν να πάνε με κάθε εχθρό των Αθηναίων. Οι Αθηναίοι παραπονέθηκαν στη Σπάρτη για τη σύμμαχό τους. Ο Κλεομένης έφτασε στην Αίγινα και ζήτησε να πάρει δέκα ομήρους και να τους δώσει στους Αθηναίους. Ο Δημάρατος ειδοποίησε τους Αιγινήτες ότι ο Κλεομένης ενεργούσε ως άτομο και όχι ως βασιλιάς της Σπάρτης.
Οι Αιγινήτες αρνήθηκαν να παραδώσουν τους δέκα ως ομήρους κι ο Κλεομένης επέστρεψε έξαλλος στη Σπάρτη κι αμέσως έπιασε τον Λεωτυχίδη, διάδοχο του Δημάρατου. Τον έπεισε να καταγγείλει ως νόθο τον Δημάρατο ώστε να τον διαδεχτεί πιο γρήγορα. Η καταγγελία έγινε στους πέντε εφόρους που, καλού κακού, απευθύνθηκαν στο μαντείο των Δελφών. Ο Ηρόδοτος γράφει ότι ο Κλεομένης δωροδόκησε το μαντείο ώστε να βγάλει βολικό γι’ αυτόν χρησμό. Ο Δημάρατος καθαιρέθηκε κι έφυγε στην αυλή του Δαρείου. Ο Λεωτυχίδης πήρε τον θρόνο. Κλεομένης και Λεωτυχίδης βρέθηκαν στην Αίγινα, συγκέντρωσαν δέκα επιφανείς Αιγινήτες ως ομήρους και τους παρέδωσαν στους Αθηναίους.
Πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι όλα αυτά, στην πραγματικότητα, ήταν μέρος συνωμοσίας των πέντε εφόρων που ήθελαν να έχουν βασιλιάδες του χεριού τους. Κι αυτό, επειδή, μόλις έφυγε ο Δημάρατος, οι έφοροι κατηγόρησαν τον Κλεομένη ότι δωροδόκησε το μαντείο και τον ανάγκασαν να φύγει χωρίς ποτέ να ενδιαφερθούν να αποκαταστήσουν τον Δημάρατο. Αν τον έφερναν πίσω, θα έπρεπε να συμμαχήσουν με τους Πέρσες. Αν δεν ανέτρεπαν τον Κλεομένη, θα έπρεπε να βοηθήσουν τους Αθηναίους εναντίον των Περσών. Χωρίς και τους δύο, είχαν την δυνατότητα να μείνουν ουδέτεροι. Και έμειναν: Οι Σπαρτιάτες έφτασαν στον Μαραθώνα όταν η εκεί μάχη είχε τελειώσει.
Ο Κλεομένης πήγε για λίγο στη Θεσσαλία κι έπειτα εγκαταστάθηκε στην Αρκαδία μαζεύοντας στρατό για να διεκδικήσει πίσω τον θρόνο του. Οι έφοροι συνεδρίασαν κι αποφάσισαν ότι υπήρχαν πολλοί λόγοι για να τον «συγχωρέσουν». Ο κυριότερος ήταν ότι, μέσα στη Σπάρτη, είχαν πιθανότητες να τον εξουδετερώσουν. Μακριά της, αυτό ήταν πολύ δύσκολο. Φυσικά, άλλα επικαλέστηκαν.
Ο Κλεομένης επέστρεψε στον θρόνο του. Ειπώθηκε ότι τον έπιασε μανία κι έδερνε όποιον έβρισκε μπροστά του. Αναγκαστικά, τον έδεσαν και τον περιόρισαν. Ειπώθηκε ότι, παρ’ όλο που ήταν δεμένος, μπόρεσε να βρει ένα όπλο και να αυτοκτονήσει. Ήταν το 487 π.Χ. Οι πέντε έφοροι κατάφεραν έτσι να απαλλαγούν και από τον Κλεομένη και από τον Δημάρατο. Ο Λεωτυχίδης ήταν του χεριού τους. Τον Κλεομένη όμως διαδέχτηκε ο ετεροθαλής αδελφός του, Λεωνίδας. Έμελλε να περάσει στον χώρο του θρύλου, επτά χρόνια αργότερα, στη μάχη των Θερμοπυλών.
Το πηγάδι με το «ύδωρ»:
Η απουσία των Σπαρτιατών από τη μάχη το Μαραθώνα ερμηνεύτηκε στραβά από τους Πέρσες που δεν θεωρούσαν τη Σπάρτη εχθρική χώρα. Οι Σπαρτιάτες όμως γνώριζαν ότι μια περσική εξάπλωση στην Ελλάδα θα έθετε σε κίνδυνο την εδαφική ακεραιότητα του κράτους τους καθώς το Άργος είχε ήδη πάει με το μέρος της Περσίας. Η εποχή κατά την οποία ο Δαρείος έστελνε πρέσβεις στην Ελλάδα να ζητήσουν «γην και ύδωρ» (να εξασφαλίσουν την υποταγή των πόλεων κρατών χωρίς μάχη) έμοιαζε πολύ μακρινή. Όταν οι άνθρωποι του Δαρείου έφτασαν στη Σπάρτη και ζήτησαν «γην και ύδωρ» για λογαριασμό του Πέρση βασιλιά, οι Σπαρτιάτες τους έριξαν σε ένα πηγάδι «να πάρουν όσο ύδωρ ήθελαν»! Εκείνοι που θυμήθηκαν το περιστατικό ήταν οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες. Συνήθιζαν να θυσιάζουν πριν από την αποστολή πρεσβευτών οπουδήποτε και διαπίστωσαν ότι, μετά τον φόνο των Περσών πρεσβευτών, οι οιωνοί σε καμιά θυσία δεν ήταν ευνοϊκοί. Υπέθεσαν ότι έφταιγε το φονικό καθώς οι πρεσβευτές και οι κήρυκες ήταν πρόσωπα ιερά.
Βρέθηκαν δυο Σπαρτιάτες εθελοντές, ο Σπερθίας και ο Βούλις, που προσφέρθηκαν να πάνε στην Περσία ως πρεσβευτές της Σπάρτης και να θανατωθούν για να ισοφαριστεί το έγκλημα. Ήταν σχεδόν βέβαιο ότι ο νέος βασιλιάς, Ξέρξης, θα προτιμούσε να επιδιώξει φιλία με τη Σπάρτη παρά να τους θυσιάσει για ένα έγκλημα που είχε γίνει πριν από πολλά χρόνια. Σωστά υπολόγισαν. Ο στρατηγός Υδάρνης, μελλοντικός αντίπαλος του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, δέχτηκε τους δυο Σπαρτιάτες με τιμές.
Προσπάθησε να τους δελεάσει με την υπόσχεση ότι θα τους έδινε από μια σατραπεία, όταν οι Πέρσες θα κατακτούσαν την Ελλάδα. Αρνήθηκαν, λέγοντάς του ότι μιλούσε έτσι επειδή απλά δεν γνώριζε τι σημαίνει ελευθερία. Ο Υδάρνης τους παρουσίασε στον Ξέρξη. Κατά τα περσικά ήθη, έπρεπε να τον προσκυνήσουν. Έμειναν όρθιοι. Οι φρουροί του Μεγάλου Βασιλιά πήγαν να τους αναγκάσουν. Οι δυο Σπαρτιάτες αντιστάθηκαν. Ο Ξέρξης διέταξε τους φρουρούς του να τους αφήσουν όρθιους. Οι Σπαρτιάτες του είπαν ότι προσφέρονταν να θανατωθούν σε αντιστάθμισμα του φόνου των πρεσβευτών του πατέρα του. Ο Ξέρξης απάντησε ότι αρκούσε η προσφορά κι ότι ήταν ελεύθεροι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.
Ο Σπερθίας και ο Βούλις επέστρεψαν στη Σπάρτη έχοντας βεβαιωθεί ότι σύντομα οι Πέρσες θα εκστράτευαν εναντίον της Ελλάδας. Συνηγορούσαν σ’ αυτό και τα έργα που με εντατικό ρυθμό γίνονταν στον Άθω (κατασκευή διώρυγας) και στον Ελλήσποντο (κατασκευή γέφυρας).
Επικεφαλής των Ελλήνων:
Στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του Ε’ π.Χ. αιώνα, οι σχέσεις της Σπάρτης με την Αθήνα ήταν φιλικές. Οι δυο πόλεις συνεννοήθηκαν για τη δημιουργία μιας μεγάλης αμυντικής κατά των Περσών συμμαχίας. Με πρωτοβουλία της Σπάρτης, στάλθηκαν πρεσβευτές στις πόλεις κράτη που δεν ήταν ύποπτες για μηδισμό, να στείλουν εκπροσώπους τους στην Κόρινθο. Το εκεί συνέδριο έγινε το φθινόπωρο του 481 π.Χ. Το πρώτο θέμα που συζητήθηκε ήταν η πρόταση του Αθηναίου Θεμιστοκλή να μπουν στην άκρη οι διαφορές κι όλες οι πόλεις να αποκαταστήσουν φιλικές μεταξύ τους σχέσεις. Η πρόταση εγκρίθηκε, στήθηκε μια συμμαχία 31 πόλεων και οι Αθηναίοι δέχτηκαν να μπουν οι Σπαρτιάτες αρχηγοί τόσο στην ξηρά όπου υπερείχαν όσο και στη θάλασσα, παρ’ όλο που η Αθήνα διέθετε στόλο ίσο με όλων των άλλων πόλεων μαζί.
Στάλθηκαν τρεις κατάσκοποι, να δουν τι ετοιμάζουν οι Πέρσες. Συνελήφθησαν. Ο Ξέρξης διέταξε να τους κάνουν μια περιήγηση στους στρατώνες και στα λιμάνια, να δουν από κοντά τις ετοιμασίες, κι έπειτα να τους αφήσουν ελεύθερους. Πίστευε ότι θα κοβόταν από τους Έλληνες η όρεξη για αντίσταση, αν γνώριζαν το τεράστιο μέγεθος του περσικού στρατού και στόλου.
Έτσι, η αποστολή των κατασκόπων στέφθηκε από επιτυχία! Όταν ο Ξέρξης κίνησε να πάρει την Ελλάδα, οι Έλληνες ήξεραν ακριβώς τι είχαν να αντιμετωπίσουν: Μια τεράστια στρατιά, αριθμητικά πολλαπλάσια της ελληνικής δύναμης αλλά κατώτερη σε οπλισμό, στρατηγική, τακτική, οργάνωση και συντονισμό καθώς της αποτελούσαν στρατιώτες από πάνω από 46 υπόδουλους στους Πέρσες λαούς. Κι ακόμα, οι Έλληνες υπερτερούσαν σε κίνητρα. Επρόκειτο να πολεμήσουν για την ελευθερία τους, ενώ ο στρατός του Ξέρξη συρόταν σε μια εκστρατεία που δεν τον αφορούσε.
Οι Πέρσες πέρασαν από τις Θερμοπύλες, νικήθηκαν στο Αρτεμίσιο και στη Σαλαμίνα (480 π.Χ.) και διαλύθηκαν στις Πλαταιές (479 π.Χ.). Ο στρατηγός της νίκης στις Πλαταιές, ο Σπαρτιάτης Παυσανίας, βρέθηκε επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων που ξεκίνησαν την απελευθέρωση των υποταγμένων στους Πέρσες ελληνικών πόλεων. Για λίγο.
Ο στρατηγός Παυσανίας:
Με την επιστροφή των Περσών στην Ασία, η συντηρητική μερίδα της Σπάρτης με επικεφαλής τους πέντε εφόρους θεώρησε ότι το πρόβλημα είχε οριστικά επιλυθεί: το μόνο που απέμενε ήταν να τιμωρηθούν οι πόλεις που είχαν πάει με τους Πέρσες ή είχαν μείνει ουδέτερες. Χάρη στη στάση που τήρησε ο Αθηναίος Θεμιστοκλής, οι σπαρτιατικές προγραφές δεν πέρασαν. Οι ιωνικές πόλεις εξακολουθούσαν να είναι υποδουλωμένες στους Πέρσες αλλά οι Σπαρτιάτες ήταν της άποψης ότι δεν χρειαζόταν να τραβολογιούνται στη Μ. Ασία, να τις ελευθερώσουν. Το πιο λογικό γι’ αυτούς ήταν να εγκαταλείψουν οι Ίωνες τις εστίες τους και να εγκατασταθούν στις πόλεις που είχαν μηδίσει.
Στη Σπάρτη, αρκούσε το ότι ήταν αναγνωρισμένοι ηγέτες στον πελοποννησιακό χώρο. Τόσο οι συντηρητικοί όσο και οι πέντε έφοροι που τους εξέφραζαν, δεν ήθελαν να απομακρυνθεί από τη Λακωνία ο στρατός τους καθώς πάντα υπήρχε ο φόβος μιας επανάστασης των ειλώτων ή ενός ξεσηκωμού στη Μεσσηνία. Ο Παυσανίας όμως έβλεπε ότι για τη Σπάρτη ήταν η χρυσή ευκαιρία να ηγεμονεύσει σε όλη την Ελλάδα καθώς η αίγλη από τις νίκες εναντίον των Περσών της έδινε το προβάδισμα. Τον πολέμησαν ως την εξόντωση και τους βοήθησε σ’ αυτό και ο ίδιος με τη συμπεριφορά του.
Με αρχηγό τον Παυσανία, ο ενωμένος ελληνικός στόλος (τριάντα αθηναϊκά πλοία, είκοσι σπαρτιατικά και κάμποσα άλλων πόλεων) ξεκίνησε τις επιχειρήσεις από την Κύπρο. Οι εκεί ελληνικές πόλεις απελευθερώθηκαν μάλλον εύκολα. Μετά, ο στόλος έπλευσε στο Βυζάντιο. Οι Έλληνες έδιωξαν από εκεί τους Πέρσες κι έπιασαν πολλούς αιχμαλώτους. Ανάμεσά τους υπήρχαν αρκετοί Πέρσες αριστοκράτες.
Για τον Παυσανία ήταν η αποκάλυψη ενός καινούριου κόσμου. Η πολυτέλεια, τα συμπόσια, τα όμορφα ρούχα, οι μικρές χαρές της ζωής του ήταν άγνωστες καθώς όλα αυτά δεν είχαν καμιά σχέση με τη στρατιωτική ζωή στη Σπάρτη. Διόλου αναίτια, άρχισε να ρουφά τη ζωή ως το μεδούλι. Κι ακόμα, συνήθισε να φορά περσικά φορέματα, έφτιαξε και μια σωματοφυλακή από Πέρσες και Αιγύπτιους κι άρχισε περιοδείες στη Θράκη και πλουσιοπάροχα τραπεζώματα. Η μόνη σπαρτιατική συνήθεια που δεν ξέχασε ήταν η αυταρχικότητα του στρατηγού και η πειθαρχία την οποία απαιτούσε. Κι επειδή αυτού του είδους η πειθαρχία δεν κολλούσε με τις συνήθειες των Ιώνων συμμάχων, φερόταν σ’ αυτούς με σκαιότητα. Αναπόφευκτα, οι σύμμαχοι συνέκριναν την συμπεριφορά του με αυτή του αρχηγού των Αθηναίων στην όλη επιχείρηση. Κι αρχηγός των Αθηναίων στην εκστρατεία ήταν ο Αριστείδης, αριστοκράτης από γεννησιμιού του, λεπτός στους τρόπους και μειλίχιος.
Οι Ίωνες έστειλαν εκπροσώπους στη Σπάρτη να παραπονεθούν για τη συμπεριφορά του Παυσανία που γινόταν όλο και πιο αυταρχική και σκαιά. Ήδη, στην ίδια τη Σπάρτη, οι αντίπαλοί του είχαν θέσει σε κυκλοφορία φήμες ότι επιζητούσε να γίνει τύραννος ολόκληρης της Ελλάδας με τη βοήθεια των Περσών, ότι είχε ελευθερώσει Πέρσες αιχμαλώτους ως κίνηση καλής θέλησης προς τον βασιλιά της Περσίας κι ότι είχε ζητήσει σε γάμο την κόρη του Ξέρξη, προσφέροντας «προίκα» την Ελλάδα όλη.
Οι Σπαρτιάτες τον ανακάλεσαν. Το μόνο που αποδείχτηκε στη δίκη, ήταν ότι δεν φερόταν σωστά στους συμμάχους. Η κατηγορία για μηδισμό κατέπεσε.
Οι σύμμαχοι Έλληνες βρίσκονταν ακόμα στο Βυζάντιο όταν, στα 477 π.Χ., έφτασε εκεί ο Σπαρτιάτης Δόρκις ως αντικαταστάτης του Παυσανία. Στο διάστημα που μεσολάβησε, όμως, οι Ίωνες είχαν αναγνωρίσει αρχηγό τον Αθηναίο Αριστείδη, είχαν νιώσει τη διαφορά από την σπαρτιατική ηγεσία και δεν δέχτηκαν να υπακούουν στον Δόρκι. Άλλο που δεν ήθελαν οι Σπαρτιάτες. Γύρισαν στη Σπάρτη έχοντας ξεμπλέξει, όπως πίστευαν, από τις υποχρεώσεις τους απέναντι στους υπόδουλους Έλληνες. Στην πραγματικότητα, είχαν αφήσει το πεδίο ελεύθερο στους Αθηναίους που άρπαξαν την ευκαιρία να γίνουν ηγέτες των Πανελλήνων και να στήσουν την Α’ Αθηναϊκή συμμαχία.
Από τη Σπάρτη, ο Παυσανίας έφυγε κρυφά και πήγε πρώτα στο Βυζάντιο κι έπειτα στην Τρωάδα. Αμέσως μπήκαν σε κυκλοφορία καινούριες φήμες. Στήθηκε και μια κατηγορία ότι βρισκόταν σε συνεννόηση με τους Πέρσες. Αποφασίστηκε η σύλληψή του. Όταν ο Παυσανίας γύρισε στη Σπάρτη, είδε να κινούνται εναντίον του οι έφοροι, κατάλαβε ότι ήθελαν να τον συλλάβουν και κατέφυγε ικέτης στον ναό της Αθηνάς. Ξεσηκωμένοι από τους εφόρους, οι Σπαρτιάτες αφαίρεσαν τη στέγη κι έπιασαν κι έκτισαν τις πόρτες του ναού, ώστε να μην μπορεί να βγει ή να δεχτεί κανέναν. Πέθανε από ασιτία. Συνέβη ανάμεσα στα 471 με 469 π.Χ.
Δημιουργώντας εχθρούς:
Ελάχιστο καιρό μετά τον θάνατο του Παυσανία, εκδηλώθηκε η επανάσταση των ειλώτων που ξεκίνησε από τη Μεσσηνία και γι’ αυτό έμεινε γνωστή ως Γ’ Μεσσηνιακός πόλεμος. Οι είλωτες οχυρώθηκαν στην Ιθώμη. Η εξέγερση συνεχιζόταν στα 464 π.Χ., όταν τη Σπάρτη συγκλόνισε φοβερός σεισμός. Μόνο πέντε σπίτια έμειναν όρθια. Πάνω από 20.000 άτομα σκοτώθηκαν. Οι είλωτες της Σπάρτης βρήκαν ευκαιρία να ξεσηκωθούν κι αυτοί οπότε η επανάσταση πήρε μεγάλες διαστάσεις. Οι είλωτες της Σπάρτης αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία και αναγκάστηκαν να περάσουν στη Μεσσηνία με κατεύθυνση κι αυτοί προς την Ιθώμη. Περίπου τριακόσιοι Σπαρτιάτες προσπάθησαν να βγουν μπροστά τους και να τους αποκόψουν αλλά έπεσαν μέχρις ενός.
Η επανάσταση συνεχιζόταν στα 462 π.Χ., όταν ο Κίμων, ηγέτης των αριστοκρατικών της Αθήνας, πέτυχε να εγκριθεί αποστολή 4.000 ανδρών, να βοηθήσει τους Σπαρτιάτες. Όταν όμως ο στρατός των Αθηναίων έφτασε στην Ιθώμη, οι εκεί Σπαρτιάτες τον υποδέχτηκαν ψυχρά δηλώνοντας ότι δεν χρειάζονταν βοήθεια. Η προσβολή ήταν βαριά. Η συμμαχία της Αθήνας με τη Σπάρτη μετατράπηκε σε μίσος, ενώ οι αριστοκρατικοί έχασαν την εξουσία στην Αθήνα. Ο Κίμων εξοστρακίστηκε (461 π.Χ.). Κι όταν η επανάσταση των ειλώτων έσβησε στα 459 π.Χ., οι Αθηναίοι πρόσφεραν στους Μεσσήνιους πρόσφυγες τη Ναύπακτο που μόλις είχαν κυριεύσει, νέα πατρίδα τους.
Η Αθήνα βρέθηκε με νέους αφοσιωμένους συμμάχους, τους Μεσσήνιους της Ναυπάκτου, η σύμμαχος της Σπάρτης, Κόρινθος, βρήκε εμπόδια στην επικοινωνία της με τις δυτικές αγορές καθώς η πια αντίπαλη Ναύπακτος βρίσκεται πάνω στον θαλάσσιο δρόμο για τη Δύση και η Σπάρτη έδωσε αφορμή να καλλιεργηθεί αντιλακωνικό πνεύμα στην κυριότερη ελληνική πόλη, την Αθήνα.
Στα 460 π.Χ., η Αθήνα επισφράγισε τη συμμαχία της με το Άργος, προαιώνιο εχθρό της Σπάρτης. Οι Σπαρτιάτες κινήθηκαν εναντίον του Άργους που ζήτησε βοήθεια από την Αθήνα. Η μάχη δόθηκε στην Οινόη με τους Σπαρτιάτες να γνωρίζουν μεγάλη ήττα. Και να χάνουν οριστικά τον τίτλο του αήττητου στρατού. Ο ακήρυκτος πόλεμος της Σπάρτης εναντίον της Αθήνας συνεχίστηκε με δυο μάχες (457 π.Χ.), μια στην Τανάγρα και μια στα Οινόφυτα. Οι Σπαρτιάτες νίκησαν στην πρώτη, ηττήθηκαν στη δεύτερη. Στα 456 π.Χ., είδαν τα νεώριά τους στο Γύθειο να πυρπολούνται από τον αθηναϊκό στόλο του ναύαρχου Τολμίδη.
Μόλις δέκα χρόνια αργότερα (447 π.Χ.), μπόρεσαν να πάρουν εκδίκηση νικώντας τους Αθηναίους στην Κορώνεια της Βοιωτίας. Στα 445 π.Χ., Σπαρτιάτες και Αθηναίοι υπέγραψαν έντιμη 30χρονη ειρήνη. Δεν επρόκειτο να κρατήσει ούτε τη μισή από την προβλεπόμενη διάρκειά της.
Ο Λύσανδρος:
Ο Πελοποννησιακός πόλεμος ξέσπασε στα 431 π.Χ. Τα πρώτα δέκα χρόνια πέρασαν με εισβολές και λεηλασίες στις επικράτειες των αντιπάλων. Στα 421 π.Χ., Σπάρτη και Αθήνα συμφώνησαν την αποκληθείσα «Νίκειο ειρήνη». Διακόπηκε με την αθηναϊκή εκστρατεία στη Σικελία και τη δράση του Αλκιβιάδη.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε για τη Σπάρτη η οποία ζήτησε ειρήνη (409 π.Χ.), πρόταση που οι Αθηναίοι απέρριψαν. Όμως, ο μοναδικός σε όλη τη διάρκεια του πολέμου αξιόλογος άνδρας της Σπάρτης, ο ναύαρχος Λύσανδρος, ήρθε στα πράγματα στα 408 π.Χ. Με χρήματα του Κύρου, γιου του Πέρση βασιλιά Δαρείου Β’ και σατράπη στο μεγαλύτερο τμήμα της Μ. Ασίας, ο Λύσανδρος αναδιοργάνωσε τον στόλο των Σπαρτιατών, πλήρωσε τους καθυστερούμενους μισθούς κι ανέβασε το μεροκάματο των μισθοφόρων κατά ένα οβολό πάνω από όσα έδιναν οι Αθηναίοι. Πολλοί άφησαν τις αθηναϊκές γραμμές και πέρασαν στο στρατόπεδο της Σπάρτης.
Η τακτική του Λύσανδρου υπάκουε στον κανόνα «όπου δεν φτάνει η λεοντή, ράβουμε την αλωπεκή». Που σήμαινε ότι, όπου η ανδρεία δεν ήταν αρκετή, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η πονηριά και ο δόλος. Η τακτική του απέφερε την καταστροφή του αθηναϊκού στόλου στους Αιγός ποταμούς (405 π.Χ.) και την οριστική ήττα της Αθήνας.
Όπως σχεδόν όλοι οι μεγάλοι άνδρες της εποχής του, ο Λύσανδρος βρέθηκε αντιμέτωπος με τον φθόνο και παραγκωνίστηκε. Ακολούθησε τον Αγησίλαο στην Μ. Ασία, πολέμησε τους Βοιωτούς και σκοτώθηκε στη μάχη της Αλιάρτου (395 π.Χ.).
Κύρου ανάβασις:
Είχε μεσολαβήσει η «Κύρου ανάβασις» (τίτλος του βιβλίου που συνέγραψε ο Ξενοφώντ) και η «κάθοδος των μυρίων»: Ήταν το 401 π.Χ., όταν ο Κύρος, ο δευτερότοκος γιος του Δαρείου θέλησε να εκθρονίσει τον βασιλιά αδελφό του, Αρταξέρξη. Με πρόφαση ότι ήθελε να προστατεύσει τους φίλους του Έλληνες των ιωνικών πόλεων από τον έτσι κι αλλιώς εχθρό του, Τισσαφέρνη, μάζεψε στρατό από Πέρσες και Έλληνες μισθοφόρους. Ο Σπαρτιάτης Κλέαρχος που είχε καταφύγει κοντά του, όταν οι έφοροι των καθαίρεσαν από διοικητή του Βυζαντίου, μπήκε επικεφαλής των Ελλήνων. Η Σπάρτη απέστειλε επίσημη συμμετοχή στην επιχείρηση περίπου οκτακόσιους μισθοφόρους με αρχηγό τον Χειρίσοφο.
Όταν οι Έλληνες κατάλαβαν ότι αντικειμενικός σκοπός του Κύρου ήταν να ανατρέψει τον αδελφό του, δεν μπορούσαν πια να κάνουν πίσω. Η μάχη δόθηκε στα Κούναξα, ένα χωριό κοντά στη Βαβυλώνα. Παρά την αριθμητική υπεροχή των βασιλικών στρατευμάτων, η μάχη έγερνε υπέρ του Κύρου που όμως σκοτώθηκε. Οι μη Έλληνες μισθοφόροι πέρασαν στις γραμμές του βασιλιά.
Οι Έλληνες αρνήθηκαν να παραδοθούν. Μια σκέψη να επιδιώξουν να ανεβάσουν στον θρόνο τον φίλο του Κύρου, σατράπη Αριαίο, απορρίφθηκε από τον ίδιο. Είχε περάσει κι αυτός στο στρατόπεδο του Αρταξέρξη αλλά το έκρυβε από τους Έλληνες που ξεκίνησαν την βασανιστική πορεία της επιστροφής, την «Κάθοδο των μυρίων». Ο Αριαίος τους παρέσυρε στα βόρεια κι ο Τισσαφέρνης έστησε παγίδα στους αρχηγούς των Ελλήνων: Ο Κλέαρχος κι άλλοι τέσσερις στρατηγοί, μαζί με είκοσι αξιωματικούς, παρασύρθηκαν με δόλο, πιάστηκαν κι αποκεφαλίστηκαν. Όλοι εκτός από έναν που πέθανε στις περσικές φυλακές. Με προτροπή του ιστορικού Ξενοφώντα που ακολούθησε την εκστρατεία ως φίλος ενός από τους νεκρούς στρατηγούς, οι Έλληνες εξέλεξαν νέους αρχηγούς με αρχιστράτηγο τον Χειρίσοφο από τη Σπάρτη.
Διασχίζοντας το περσικό βασίλειο δια πυρός και σιδήρου, οι Έλληνες κατάφεραν κάποια στιγμή να φτάσουν ως τη θάλασσα. Η πορεία τους έγινε θρύλος. Κι ο θρύλος υπαγόρευε την αδυναμία του περσικού στρατού να τα βγάλει πέρα με Έλληνες αντιπάλους. Αυτό όμως δεν εμπόδιζε τον Τισσαφέρνη να θέλει να κυριεύσει πάλι τις ελληνικές μικρασιατικές πόλεις. Πολύ περισσότερο που ο βασιλιάς Αρταξέρξης του είχε αποδώσει όλα τα εδάφη, στα οποία πριν ηγεμόνευε ο Κύρος.
Η περσική ανάμιξη:
Όσο κι αν ήθελαν να το αποφύγουν, οι Σπαρτιάτες ήταν υποχρεωμένοι να υπερασπιστούν τις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας όπως τις είχαν υπερασπιστεί οι Αθηναίοι αμέσως μετά τους περσικούς πολέμους. Αλλιώς, δεν θα ήταν άξιοι να ηγεμονεύουν στον ελληνικό χώρο. Πρώτα, έστειλαν τον Θίβρωνα (399 π.Χ.) που απέφευγε να συγκρουστεί με τον Τισσαφέρνη και καταγινόταν με μικρής εμβέλειας επιχειρήσεις. Τον ανακάλεσαν κι έστειλαν τον Δερκυλίδα που όμως ενδιαφερόταν να χτυπήσει τον σατράπη Φαρνάβαζο κι όχι τον Τισσαφέρνη. Ο οποίος Τισσαφέρνης ήταν εχθρός του Φαρνάβαζου.
Ο τρίτος που ανέλαβε να διεξάγει πόλεμο εναντίον των Περσών ήταν ο νέος βασιλιάς, Αγησίλαος. Στα 396 π.Χ., βρέθηκε στη Μ. Ασία, ενώ στο Αιγαίο κυριαρχούσε η φυσιογνωμία του Αθηναίου Κόνωνα.
Ήταν η εποχή που οι Έλληνες είχαν αρχίσει να υποβλέπουν την σπαρτιατική υπεροχή και οι Πέρσες να επιζητούν μαζικό πόλεμο Ελλήνων εναντίον της Σπάρτης, ώστε να απαλλαγούν από τον μπελά του Αγησίλαου (βλ. [ Πατριδογνωσία ] «Ιστορία Κορινθίας»: Ο Κορινθιακός πόλεμος). Πρώτο θύμα αυτού του πολέμου ήταν ο Λύσανδρος, που σκοτώθηκε στη μάχη της Αλιάρτου, όπως προαναφέρθηκε.
Ακολούθησε η ειρήνη που επέβαλαν οι Πέρσες: Η «βασίλειος ειρήνη» όπως αποκλήθηκε μια και επιβλήθηκε από τον Πέρση Μεγάλο Βασιλιά ή «Ανταλκίδειος» από το όνομα του τότε Σπαρτιάτη ναύαρχου (387 π.Χ.). Οι Σπαρτιάτες ανέλαβαν το χρέος να την επιβάλουν.
Το τελικό αποτέλεσμα ήταν να μείνουν οι ελληνικές μικρασιατικές πόλεις στην κατοχή των Περσών.
Το τέλος του «αήττητου»:
Ένα πραξικόπημα από μέσα επέτρεψε στους Σπαρτιάτες να επιβάλουν καθεστώς κατοχής στη Θήβα (382 π.Χ.). Οι κυνηγημένοι δημοκρατικοί βρήκαν καταφύγιο στην Αθήνα. Τρία χρόνια αργότερα, από εκεί ξεκίνησαν κι ανέτρεψαν το φιλοσπαρτιατικό καθεστώς. Η φρουρά των Σπαρτιατών στην Καδμεία παραδόθηκε. Κάτι τέτοιο δεν είχα ξανασυμβεί. Θεωρήθηκε (και ήταν) το πρώτο σημάδι της παρακμής προς την οποία όδευε ολοταχώς η Σπάρτη. Όταν ο αρχηγός της σπαρτιατικής φρουράς στη Θήβα επέστρεψε στη Σπάρτη, εκτελέστηκε μαζί με όλους όσοι θεωρήθηκαν υπεύθυνοι της ατίμωσης (379 π.Χ.). Όμως, ο κατήφορος είχε αρχίσει κι αυτό έμελλε να φανεί στη μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.), όπου οι Σπαρτιάτες υπέστησαν οδυνηρή ήττα από τους Θηβαίους. Κι απέμεναν στη Σπάρτη λίγο περισσότεροι ή λίγο λιγότεροι από χίλιους ελεύθερους πολίτες με πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Οι πόλεμοι και η συνειδητή μείωση των γεννήσεων εξαιτίας του καθεστώτος των κλήρων είχαν οδηγήσει στην αναπόφευκτη αυτή κατάσταση. Στα 362 π.Χ., μετά τη μάχη της Μαντινείας, οι Σπαρτιάτες είδαν εχθρικό στρατό (των Θηβαίων) να απειλεί την ίδια τους την χώρα.
Ο νέος εξευτελισμός προήλθε από τον Φίλιππο Β’ των Μακεδόνων που, μετά τη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.), αφαίρεσε από τη Σπάρτη την περιοχή της Θυρεάτιδας και την απέδωσε στο Άργος. Άλλες δυο περιοχές αποδόθηκαν στην Αρκαδία και άλλη μία στη Μεσσηνία. Η Σπάρτη είχε πια περιοριστεί στα αρχαία σύνορά της.
Η απουσία των Σπαρτιατών από τη στρατιά του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όταν πραγματοποίησε την εκστρατεία στην Ασία, στιγματίστηκε από τον ίδιο τον στρατηλάτη: Μετά τη μάχη στον Γρανικό ποταμό, έστειλε στον Παρθενώνα τριακόσιες ασπίδες ως ανάθημα για τη νίκη. Με τη χαραγμένη επιγραφή «Αλέξανδρος και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων».
Η Σπάρτη κινήθηκε εναντίον των Μακεδόνων αλλά ο στρατηγός Αντίπατρος νίκησε τον στρατό της στη μάχη της Μεγαλόπολης. Ο βασιλιάς Άγις Γ’ έπεσε εκεί μαχόμενος. Μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου, η Πελοπόννησος έγινε ένα από τα θέατρα μαχών των διαδόχων με τον Πολυσπέρχοντα και τον Κάσσανδρο να ανταγωνίζονται για την ηγεμονία στην Ελλάδα. Ήταν το 317 π.Χ., όταν οι Σπαρτιάτες προχώρησαν σε μια ακόμα ως λίγο πριν ανήκουστη κίνηση: Ξεκίνησαν να οχυρώνουν τη Σπάρτη. Το έργο έμελλε να τελειώσει στα 295 π.Χ.
Η πρώτη ήττα των Σπαρτιατών μέσα στο έδαφός τους ήταν από τον Δημήτριο Πολιορκητή: Στη μάχη στην κοιλάδα του Ευρώτα, έπεσαν διακόσιοι και τραυματίστηκαν πεντακόσιοι Σπαρτιάτες. Η πόλη γλίτωσε την εισβολή και τη λεηλασία, επειδή ο Δημήτριος αποχώρησε εσπευσμένα για να αντιμετωπίσει εισβολή του Λυσίμαχου και του Πτολεμαίου στα εδάφη του.
Προσπάθειες ανασυγκρότησης:
Ο βασιλιάς της Ηπείρου, Πύρρος, λίγο έλειψε να κυριεύσει τη Σπάρτη, στα 272 π.Χ. Η έφοδος τον έφερε ως την αγορά όπου αντιμετώπισε το σύνολο των κατοίκων: Γέροι, γυναίκες και παιδιά βγήκαν στους δρόμους να τον πολεμήσουν. Κάποια στιγμή, ο Πύρρος έπεσε από το άλογό του. Οι άνδρες του νόμισαν ότι σκοτώθηκε και υποχώρησαν. Καβάλησε πάλι τ’ άλογό του κι αποσύρθηκε έξω από την πόλη, ετοιμάζοντας νέα έφοδο. Τον ειδοποίησαν ότι ερχόταν εναντίον του ο Αντίγονος Γονατάς κι ανέβαλε την κατάκτηση της Σπάρτης. Έσπευσε στο Άργος. Δεν θα απειλούσε άλλη φορά τη Σπάρτη.
Περισσότερο από τύχη, η Σπάρτη επέζησε λίγο καιρό ακόμα. Οι ελεύθεροι πολίτες με πλήρη πολιτικά δικαιώματα και δικό τους κλήρο δεν ξεπερνούσαν πια τους εκατό. Οι νόμοι του Λυκούργου είχαν ξεχαστεί. Την αρχαία σπαρτιατική ζωή είχε αντικαταστήσει η τρυφηλότητα. Ο βασιλιάς Άγις Δ’ θέλησε να επαναφέρει τη νομοθεσία του Λυκούργου και να προχωρήσει σε ανακατανομή των κλήρων. Οι πλούσιοι αντέδρασαν κι επαναστάτησαν. Θανατώθηκε (241 π.Χ.). Ο διάδοχός του, Κλεομένης, προσπάθησε να εφαρμόσει το πρόγραμμα του προκατόχου του και να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις. Βρέθηκε αντιμέτωπος με την Αχαϊκή συμπολιτεία. Στη μάχη της Σελλασίας, νικήθηκε. Αυτοκτόνησε (221 π.Χ.).
Ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος που με διαλείμματα κράτησε ως το 207 π.Χ., χρονιά που την εξουσία κατέλαβε ο Νάβις, επίτροπος του ανήλικου βασιλιά, Πέλοπα. Ο νέος ηγέτης εξόντωσε την σπαρτιατική αριστοκρατία, προχώρησε στην αναδιανομή της γης, έδωσε σε πολύ κόσμο πολιτικά δικαιώματα, τείχισε τον λόφο της ακρόπολης, έφτιαξε αξιόμαχο μισθοφορικό στρατό και προσπάθησε να αναγεννήσει τη Σπάρτη από τις στάχτες της. Μάταια.
Με στρατηγό τον Φιλοποίμενα, η Αχαϊκή συμπολιτεία τον νίκησε δυο φορές (το 201 στη Μεσσηνία και το 200 στην Αρκαδία), ενώ, το 195 π.Χ., 24 παραλιακές πόλεις αποσπάστηκαν από το κράτος της Σπάρτης και συγκρότησαν το Κοινό των Λακεδαιμονίων, αργότερα Κοινό των Ελευθερολακώνων. Στη Λακωνία υπήρχαν πια δυο κράτη. Ξέσπασε πόλεμος αιματηρός ανάμεσά τους. Στη διαμάχη αναμίχθηκαν Αχαιοί, Αιτωλοί και Ρωμαίοι. Οι Αιτωλοί μπήκαν στη Σπάρτη και σκότωσαν τον Νάβι (192 π.Χ.). Τους εκδίωξε ο Φιλοποίμην και προσάρτησε το κράτος στην Αχαϊκή συμπολιτεία.
Οι λίγες επόμενες δεκαετίες σημαδεύτηκαν από τις συγκρούσεις ανάμεσα στη Σπάρτη και στο Κοινό των Λακεδαιμονίων και από τις προσπάθειες της Σπάρτης να αποχωρήσει από την Αχαϊκή συμπολιτεία. Στα 147 π.Χ., το πέτυχε με διαιτητές τους Ρωμαίους στο συνέδριο της Κορίνθου. Στα 146 π.Χ., βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία της Ρώμης όπως άλλωστε η Ελλάδα ολόκληρη.
Προς την ερήμωση:
Υπό τους Ρωμαίους, η Σπάρτη γνώρισε έναν αιώνα ειρήνης κι αυτονομίας. Οι νόμοι του Λυκούργου επανήλθαν σε ισχύ αλλά το Κοινό των Λακεδαιμονίων εξακολουθούσε να είναι αποσπασμένο. Έτσι κι αλλιώς, και οι δυο περιοχές ανήκαν στη Ρώμη.
Στα 48 π.Χ., η Σπάρτη πήγε με τον Πομπήιο στον ρωμαϊκό εμφύλιο. Ο νικητής Ιούλιος Καίσαρ την άφησε ατιμώρητη. Στα 42 π.Χ., διάλεξε το σωστό στρατόπεδο κι έστειλε στους Φιλίππους 2.000 άνδρες να πολεμήσουν στο πλευρό του Οκτάβιου και του Μάρκου Αντώνιου εναντίον των δημοκρατικών. Κι όταν ο Οκτάβιος κι ο Αντώνιος ήρθαν σε ρήξη, πήγε με τον μελλοντικό νικητή. Ο Οκτάβιος εκδήλωσε έμπρακτα την ευγνωμοσύνη του.
Η Καρδαμύλη αποδόθηκε στη Σπάρτη κι έγινε επίνειό της. Το ίδιο και οι μεσσηνιακές πόλεις Φαρές και Θουρία. Οι Σπαρτιάτες ίδρυσαν ναό για τον Οκτάβιο και για τον Ιούλιο Καίσαρα! Ο Οκτάβιος μετονόμασε το Κοινό των Λακεδαιμονίων σε Κοινό Ελευθερολακώνων. Το Γύθειο εξελίχθηκε στην σπουδαιότερη πόλη του.
Οι Φαρές και Θουρία αποδόθηκαν πάλι στη Μεσσηνία, στα χρόνια του αυτοκράτορα Τιβέριου αλλά τον Α’ μ.Χ. αιώνα η Σπάρτη και το Γύθειο ευημερούσαν. Τα χρόνια της ειρήνης κράτησαν ως τα τέλη του Δ’ αιώνα, με εξαίρεση την πρώτη γοτθική εισβολή (267).
Ο σεισμός του 375 ισοπέδωσε την πόλη. Οι Γότθοι του Αλάριχου λεηλάτησαν και γκρέμισαν ότι είχα ανοικοδομηθεί (395). Η νομοθεσία του Λυκούργου που τυπικά εξακολουθούσε να ισχύει, καταργήθηκε επίσημα στα 438, όταν την αντικατέστησε ο Θεοδοσιανός κώδικας. Στα μέσα του αιώνα, η ίδια η Σπάρτη έπαψε να υπάρχει. Στα ερείπιά της επρόκειτο να κτιστεί η νέα πόλη, Λακεδαιμονία.
Η Λακεδαιμονία:
Στα χρόνια του Ιουστινιανού (μετά το 527), η Λακεδαιμονία συγκαταλεγόταν στις σαράντα πιο σπουδαίες πόλεις της Πελοποννήσου και, διοικητικά, υπαγόταν στην Κόρινθο. Στα 961, πήγε εκεί κι εγκαταστάθηκε ο όσιος Νίκων ο Μετανοείτε, ο οποίος έμεινε εκεί ως τον θάνατό του, στα 998. Η εμπορική της ακμή οδήγησε στην αύξηση του πληθυσμού της. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού, αναβαθμίστηκε σε μητρόπολη (1081). Έναν αιώνα αργότερα ήταν φέουδο της οικογένειας των Χαμάρετων. Μετά το 1204, οπότε αλώθηκε από τους Φράγκους η Κωνσταντινούπολη, πέρασε στα εδάφη που αποδόθηκαν στη Βενετία. Έγινε όμως τμήμα του πριγκιπάτου της Αχαΐας. Πολλοί πρίγκιπες αρέσκονταν να μένουν εκεί. Συνέχισε για λίγο να υπάρχει, όταν ιδρύθηκε ο Μιστράς, αλλ’ από τότε άρχισε να φθίνει. Όταν ο Μιστράς έγινε πρωτεύουσα του δεσποτάτου, η Λακεδαιμονία εγκαταλείφθηκε. Λίγο αργότερα, κι αυτή έπαψε να υπάρχει.
Εζερίτες και Μηλιγγοί:
Στους αιώνες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, η Λακωνία έγινε χώρος ανταγωνισμού με τους Σλάβους. Στους ανατολικούς πρόποδες του Ταϋγέτου, εγκαταστάθηκαν οι Εζερίτες και στους δυτικούς οι Μηλιγγοί. Ως τον Θ’ αιώνα, ζούσαν ειρηνικά πλάι στους ελληνικούς οικισμούς. Στα 807, θέλησαν να πάρουν την Πάτρα. Νικήθηκαν στις συγκρούσεις που ακολούθησαν κι έγιναν δουλοπάροικοι της μητρόπολης της Πάτρας καθώς στη θαυματουργή επέμβαση του Αγίου Ανδρέα αποδόθηκε η σωτηρία της πόλης.
Ο στρατηγός του θέματος της Πελοποννήσου, Λέων Σκληρός, τους κυνήγησε άγρια στα 810, ενώ, στα 845, οι Σλάβοι προσπάθησαν πάλι να σηκώσουν κεφάλι. Υποτάχθηκαν γρήγορα και καταδικάστηκαν οι μεν Εζερίτες να πληρώνουν φόρο τριακόσια χρυσά νομίσματα οι δε Μηλιγγοί εξήντα. Από το 875, οι Σλάβοι της Λακωνίας είχαν περιοριστεί σε μικρή μειοψηφία καθώς Έλληνες από τα νησιά εγκαταστάθηκαν εκεί, φεύγοντας τους πειρατές. Παρ’ όλα αυτά, στα 921, οι Σλάβοι ξεσηκώθηκαν πάλι. Αυτή τη φορά, ο στρατηγός του θέματος, Κρηνήτης Αροτράς, αφού τους κατέβαλε, δεκαπλασίασε τον φόρο των Μηλιγγών και διπλασίασε των Εζεριτών.
Ο Νίκων ο Μετανοείτε ήταν αυτός που πρωτοστάτησε στον εκχριστιανισμό των Σλάβων της Λακωνίας. Ως τον ΙΓ’ αιώνα, είχαν αφομοιωθεί από τον ελληνικό περίγυρο.
Οι Φράγκοι στη Λακωνία:
Όταν οι Φράγκοι κατακτητές φάνηκαν στην περιοχή, δυο πόλεις ακμάζανε στη Λακωνία: Η Λακεδαιμονία ως φέουδο του χωροδεσπότη Λέοντα Χαμάρετου και η Μονεμβασία. Τρεις εκεί φεουδαρχικές οικογένειες έλεγχαν απέραντη γη: των Μαμωνάδων, των Δαιμονογιάννηδων ή Ευδαιμονογιάννηδων και των Σοφιανών. Οι στρατιώτες των τεσσάρων φεουδαρχικών οίκων μαζί με άλλους Έλληνες αλλά και Μηλιγγούς, βγήκαν να αντιμετωπίσουν τους Φράγκους. Η μάχη έγινε στα Κούντουρα. Νίκησαν οι Φράγκοι.
Η Λακεδαιμονία έπεσε το 1207. Η Μονεμβασιά άντεξε ως το 1248, όταν την πήρε με συνθήκη ο Γουλιέλμος Βιλλαρδουίνος. Τον επόμενο χρόνο (1249), ο νέος ιδιοκτήτης έκτισε το κάστρο του Μιστρά κι ακόμα της Μάινας κοντά στο Ταίναρο και του Λεύκτρου στη γειτονιά των Μηλιγγών. Δέκα χρόνια αργότερα (1259), ο Βιλλαρδουίνος αιχμαλωτιζόταν κι αναγκαζόταν να δώσει λύτρα τη Μονεμβασιά και τα τρία κάστρα (1262) στον αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο προκειμένου να ελευθερωθεί.
Ο Μιχαήλ έστειλε στον Μιστρά, σεβαστοκράτορα, τον αδελφό του Κωνσταντίνο. Οι πόλεμοι ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Φράγκους έκλιναν αρχικά υπέρ των ξένων αλλά, από το 1278, οπότε πέθανε ο Βιλλαρδουίνος, στη Λακωνία φύτρωσε κι άρχιζε να απλώνεται το δεσποτάτο του Μιστρά. Με άρχοντα με ετήσια θητεία στην αρχή, ισόβιο επίτροπο στη συνέχεια (1308) και δεσπότη τελικά (από το 1321). Οι Φράγκοι είχαν εκδιωχθεί. Έρχονταν οι Τούρκοι. Πήραν και τη Λακωνία, στα 1460, με εξαίρεση τη Μάνη.
(Έθνος της Κυριακής, 2001 – 2002) (τελευταία επεξεργασία, 31.7.2011)