46. ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ ΝΟΜΟΣ

Έκταση: 2.289 τ. χλμ.  Κάτοικοι: 153.940

Η  Κορινθία αποτελεί θαυμάσιο συνδυασμό βουνού και θάλασσας. Είναι ο πιο ορεινός μετά την Αρκαδία νομός της Πελοποννήσου αλλά διαθέτει όμορφες παραλίες τόσο προς την πλευρά του Σαρωνικού, όσο και προς την πλευρά του Κορινθιακού κόλπου. Οι παραλιακές εκτάσεις καλύπτουν το 12% της συνολικής επιφανείας του νομού.

Ένα μικρό τμήμα της Κορινθίας διεισδύει μέσα στη Στερεά Ελλάδα. Σύνορό της με την Αττική αποτελούν τα Γεράνια όρη (1.371 μ.) που χαμηλώνουν απότομα, όταν φτάνουν στις Αλκυονίδες και στον Σαρωνικό. Η απόληξή τους στον Σαρωνικό σχηματίζει τη στενή διάβαση της Κακιάς Σκάλας.

Νοτιοανατολικά του νομού, υψώνονται τα Όνεια όρη ή βουνά της Ξυλοκέριζας. Απλώνονται σε μήκος εννέα χιλιομέτρων από τη δυτική κορυφή τους, Οξύ (604 μ.), μέχρι τον Σαρωνικό, όπου πάλι σχηματίζονται απόκρημνες ακτές. Στα νότια, τα Όνεια περιλαμβάνουν την κοιλάδα της Σολυγίας και φτάνουν μέχρι τα σύνορα με την Αργολίδα. Εκεί υψώνονται τα βουνά Τραπεζώνα (1.139 μ.), Κερνίκελο, Αγία Τριάδα ή Δαφνιάς, Τρίκορφα, Παναγοράχη, Κορακοβούνι ή Τρητός, Τραχύ (1.616 μ.) και Ολίγυρος.

Από το Κερνίκελο ως τον Τρητό ανοίγονται τέσσερις στενές διαβάσεις, γνωστές ως Στενά των Δερβενακίων.

Στο εσωτερικό της Κορινθίας βρίσκονται οι υψηλές λεκάνες του Φενεού και της Στυμφαλίας, ανάμεσα σε Ολίγυρο, Αροάνια, Κυλλήνη. Απλώνονται επίσης οι κοιλάδες της Σολυγείας, των Αθικίων, του Χιλιομοδίου και του Αγίου Βασιλείου.

Ο ποταμός Ασωπός έχει νερό όλο το χρόνο. Από τους χείμαρρους, σημαντικότεροι είναι ο Ξεριάς, ο Κουτσομαδιώτικος, ο Ραχανιώτικος, ο Ελισώνας, ο Σύθας, η Φόνισσα ή Κριός, ο Σκουπέικος και ο Δερβένιος.

Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, ο πληθυσμός της Κορινθίας ανέρχεται σε 153.941 κατοίκους, αριθμός που είναι κατά 8,5% μεγαλύτερος από το 1991. Όμως, στην πραγματικότητα, η Κορινθία είναι ένας από τους 35 νομούς όπου σημειώθηκε φυσική μείωση του πληθυσμού (στοιχεία του 1998). Η αναλογία γεννήσεων ανά 1.000 κατοίκους παρουσιάζει αρνητικό πρόσημο (-1,8) με μόνο 48 μαθητές Δημοτικού ανά 1.000 κατοίκους.

Με δηλωθέν εισόδημα 2.758,62 ευρώ ανά άτομο και καταθέσεις 3.286,87 ευρώ αντίστοιχα, οι κάτοικοι πλήρωσαν το 1999 φόρο εισοδήματος 196,63 ευρώ κατά μέσο όρο. Σε κάθε εκατό κατοίκους αναλογούν 12 αυτοκίνητα.

 

                                      Η ιστορία της Κορινθίας

 

Αιήτης, ο γιος του Ήλιου:

Όποτε ο μέγας Ποσειδών διεκδίκησε έναν τόπο, που τον ήθελε κι άλλος Ολύμπιος, έχασε. Προσπάθησε να πάρει την Αττική αλλά την κέρδισε η Αθηνά. Μετά, θέλησε την Αργολίδα αλλά την έχασε από την Ήρα. Δοκίμασε στην Αίγινα αλλά τον πρόλαβε ο Δίας. Ζήτησε τους Δελφούς, που, όμως, πήρε ο Απόλλωνας. Ακόμα και τη Νάξο, το νησί, όπου αγάπησε την γυναίκα του Αμφιτρίτη, την έχασε από τον Διόνυσο. Λιγότερο άτυχος στάθηκε στην Κορινθία, που διεκδικούσε και ο Ήλιος. Εκεί, ο κριτής εκατόγχειρας Βριάρεος έδωσε στον ανταγωνιστή του τον Ακροκόρινθο και στον θεό της θάλασσας τον Ισθμό και όλα τα υπόλοιπα. Αργότερα, ο Ήλιος παραχώρησε τον Ακροκόρινθο στην Αφροδίτη.

Μια αρχαία παράδοση έλεγε ότι ο Ήλιος μοίρασε κάποια στιγμή στους γιους του τους τόπους που κατείχε στην Πελοπόννησο: Στον Αλωέα έδωσε την Αρκαδία, στον Αυγεία την Ηλεία και στον Αιήτη την Κορινθία. Είτε επειδή έτσι τον διέταξε κάποιος χρησμός είτε γιατί θέλησε να πάει και να κατοικήσει στα μέρη όπου ο πατέρας του ανατέλλει, ο Αιήτης παράτησε κάποια στιγμή την Κορινθία κι έφυγε. Για την περίπτωση που κάποτε θα μετάνιωνε και θα ήθελε να γυρίσει, ο Αιήτης άφησε στο πόδι του τον Βούνο (γιο του Ερμή και της νύμφης Αλκιδάμειας) που έδωσε την υπόσχεση ότι θα επέστρεφε το βασίλειο της Κορινθίας είτε στον ίδιο είτε σε όποιον απόγονό του που θα εμφανιζόταν να του το ζητήσει.

Ο Αιήτης βρέθηκε στην Κολχίδα όπου έκτισε την Αία. Εκεί τον βρήκε ο Φρίξος, όταν έφθασε πάνω στο χρυσόμαλλο κριάρι. Το δέρμα του κριαριού, το χρυσόμαλλο δέρας, έγινε το έπαθλο της Αργοναυτικής εκστρατείας.

 

Η μάγισσα Μήδεια:

Όσο να ολοκληρωθεί η Αργοναυτική εκστρατεία και να καταλήξουν στην Ιωλκό ο Ιάσων και η κόρη του Αιήτη, Μήδεια, στην Κορινθία βασίλευε ο Βούνος που πέθανε άτεκνος. Μια που ο Αιήτης έλειπε, η βασιλεία πέρασε στον αδελφό του, Αλωέα. Αυτού εγγονός ήταν ο Κόρινθος που έκτισε την ομώνυμη πόλη. Πέθανε άτεκνος κι αυτός. Οι κάτοικοι της Κορινθίας έμειναν χωρίς βασιλιά, ενώ η Μήδεια εξακολουθούσε να ζει στην Ιωλκό.

Πήγαν, τη βρήκαν και της ζήτησαν να εγκατασταθεί στην Κόρινθο, βασίλισσα στον θρόνο του πατέρα της. Η Μήδεια δέχτηκε. Ο Ιάσων την ακολούθησε ως βασιλικός σύζυγος.

Σε αρχαίες σκοτεινές εποχές, η Μήδεια πρέπει να ήταν θεότητα, όταν ακόμα η δύναμη των θεών μετριόταν με βάση τις μαγικές τους ικανότητες. Στις ίδιες αυτές εποχές ανάγεται και η λατρεία της Εκάτης, με την οποία η Μήδεια συνδέθηκε είτε ως θυγατέρα της είτε, αργότερα, ως ιέρεια στον ναό της. Άλλωστε και η Εκάτη, όπως και η «θεία» της Μήδειας, η Κίρκη, είχαν τη δύναμη να κάνουν μάγια.

Σε άλλες εποχές, η Μήδεια είναι κόρη του βασιλιά Αιήτη και δυσκολεύεται να τον προδώσει και να πάει με το μέρος του Ιάσονα. Οπότε τα μαγικά τα κάνει ο ήρωας με τη βοήθεια της Αφροδίτης: Κατά τον ποιητή Πίνδαρο, η θεά κατεβάζει από τον Όλυμπο την ίυγγα, το γνωστό μας πουλί στραβολαίμης της οικογένειας των δρυοκολαπτίδων. Πριν να γίνει πτηνό, ήταν κόρη του Πάνα και της Ηχούς, που μάγεψε τον Δία και τον έκανε να ερωτευτεί την Ιώ, της οποίας ήταν θεραπαινίδα. Η Ήρα την εκδικήθηκε μεταμορφώνοντάς την σε πουλί.

Ως πουλί, η ίυγγα δεν ξέχασε τα μαγικά της κόλπα. Τα δίδαξε λοιπόν στον Ιάσονα, του δάνεισε και κάποια φίλτρα, του έμαθε τα σωστά ξόρκια και τον έστειλε να κατακτήσει την καρδιά της βασιλοπούλας. Όπερ και εγένετο. Η Μήδεια ξετρελάθηκε μαζί του. Σ’ ελάχιστο διάστημα ήταν έτοιμη να κάνει ο,τιδήποτε για χάρη του αγαπημένου της. Και δεν δίστασε ούτε μπροστά στο έγκλημα.

Μια εκδοχή, την οποία ακολούθησε και ο Ευριπίδης στην τραγωδία του «Μήδεια», αναφέρει ότι η μάγισσα δεν έφτασε στην Κόρινθο καλεσμένη από τους κατοίκους της να αναλάβει την ηγεσία τους αλλά διωγμένη από τους κατοίκους της Ιωλκού: Έβλεπε τον καλό της, Ιάσονα, να μαραζώνει εξαιτίας του ότι οι γονείς του είχαν πεθάνει όσο αυτός έλειπε στις περιπέτειες της Αργοναυτικής εκστρατείας. Θέλησε να εκδικηθεί τον υπαίτιο όλων των δεινών, βασιλιά της Ιωλκού Πελία, για λογαριασμό του άντρα της.

Φώναξε τις κόρες του Πελία και τις είπε πώς μπορούσαν να ξανακάνουν νέο τον γέρο πατέρα τους. Για να τις πείσει, έσφαξε ένα γέρικο κριάρι, το έκοψε κομμάτια και το έβαλε να βράσει σε μια χύτρα. Μετά, πρόφερε κάποια μαγικά, έβαλε το χέρι της στη χύτρα κι έβγαλε από μέσα ένα αρνάκι. Οι χαζές κόρες έσπευσαν να σφάξουν τον γέρο Πελία και να βάλουν τα κομμάτια του στη χύτρα. Με φρίκη διαπίστωσαν ότι απλά είχαν διαπράξει άγριο έγκλημα. Ο πατέρας τους δεν ανασταινόταν.

Όταν μαθεύτηκε το τι και γιατί έγινε, ο λαός της Ιωλκού έδιωξε τη Μήδεια, μαζί με τον Ιάσονα και τα 14 ή δυο παιδιά τους. Κατέφυγαν στην Κόρινθο, στο παλάτι του βασιλιά Κρέοντα.

 

Η «Μήδεια» του Ευριπίδη:

Ο Ευριπίδης διδάσκει, τι έγινε εκεί: Στην αυλή του Κρέοντα, ο Ιάσων γνωρίστηκε με την Γλαύκη ή Κρέουσα, κόρη ή εγγονή του βασιλιά, και την ερωτεύτηκε. Προκειμένου ο βασιλιάς να αποκτήσει ήρωα γαμπρό, αποφάσισε να διώξει την Μήδεια και τα παιδιά της μακριά από την Κόρινθο. Η Μήδεια το έμαθε έγκαιρα. Γνωρίστηκε με τον βασιλιά της Αθήνας, Αιγέα, που περνούσε από εκεί, επιστρέφοντας από την Τροιζήνα, έμαθε ότι ήταν άτεκνος, του υποσχέθηκε να τον ξανανιώσει και να του κάνει γιο κι ετοίμασε την εκδίκησή της.

Με ένα ή περισσότερα από τα παιδιά της, έστειλε στη μέλλουσα γυναίκα του Ιάσονα ένα πέπλο ποτισμένο με δηλητήριο. Η άτυχη νέα το φόρεσε κι αμέσως τυλίχτηκε στις φλόγες. Ο πατέρας της έτρεξε να τη βοηθήσει αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να τυλιχτεί κι αυτός στις φλόγες. Πατέρας και κόρη κάηκαν ζωντανοί. Στη συνέχεια, για να συμπληρώσει την εκδίκησή της, έσφαξε και τα παιδιά της, ενώ ανήμπορος ο Ιάσων την παρακαλούσε να τα λυπηθεί κι, έπειτα, να του δώσει τα κουφάρια τους.

Στο τέλος, η Μήδεια ανέβηκε σε ένα άρμα που οδηγούσαν φτερωτοί δράκοι κι έφυγε στην Αθήνα μέσω Βοιωτίας. Παντρεύτηκε τον γέρο Αιγέα, τον ξανάκανε νέο με τα μαγικά της και του έκανε γιο τον Μήδο, τον μελλοντικό γενάρχη των Μήδων της Ασίας.

Την εκδοχή του Ευριπίδη ακολούθησε αργότερα και ο Απολλόδωρος αλλά υπήρχαν κάποιοι που έλεγαν ότι ο Ευριπίδης είχε πληρωθεί πέντε τάλαντα από τους Κορίνθιους προκειμένου να εμφανίσει τη Μήδεια φόνισσα των παιδιών της, επειδή ήθελαν να αποσείσουν τις δικές τους ευθύνες. Έτσι κι αλλιώς, όμως, ο Ευριπίδης είχε πολλούς εχθρούς πρόθυμους να πουν ο,τιδήποτε εναντίον του.

 

Οι ευθύνες των Κορινθίων:

Σύμφωνα με τρεις διαφορετικές εκδοχές, υπεύθυνοι για τον θάνατο των παιδιών του Ιάσονα και της Μήδειας ήταν οι Κορίνθιοι. Η πρώτη εκδοχή ανέφερε ότι με, εντολή του βασιλιά Κρέοντα, κάποιοι κυνήγησαν τα παιδιά για να τα φυλακίσουν. Η Μήδεια τα σκότωσε για να μην πέσουν στα χέρια τους. Η δεύτερη εκδοχή ανέφερε ότι οι άνθρωποι του Κρέοντα κυνήγησαν τα παιδιά και τα συνέλαβαν στο ναό της Ήρας, στον βωμό της οποίας τα έσφαξαν. Σύμφωνα με την τρίτη εκδοχή, η Μήδεια εμπιστεύτηκε τα παιδιά της στον ναό της Ήρας ή τα κρατούσε η ίδια εκεί με σκοπό να τα κάνει αθάνατα αλλά οι άνθρωποι του Κρέοντα μπήκαν μέσα παραβιάζοντας το άσυλο, τα έσφαξαν και μετά διέδωσαν ότι τα είχε σκοτώσει η ίδια η μάνα τους.

Το αποτέλεσμα ήταν να εξοργιστεί η Ήρα με το φονικό και να κάνει να πέσει φοβερό θανατικό στην Κορινθία. Οι Κορίνθιοι έστειλαν πρεσβεία στο μαντείο, να ρωτήσει τι έπρεπε να κάνουν για να γλιτώσουν. Υπακούοντας στις θελήσεις των θεών, καθιέρωσαν ειδική τελετή προς τιμή της Ήρας. Σύμφωνα με αυτήν, επτά μαυροφορεμένοι νέοι και ισάριθμες μαυροφορεμένες νέες θυσίαζαν στη θεά.

Οπωσδήποτε, η Μήδεια έφυγε στην Αθήνα. Αργότερα, όταν παρουσιάστηκε εκεί ο Θησέας, προσπάθησε να τον δηλητηριάσει κι αυτόν αλλά απέτυχε. Εξορίστηκε από την Αθήνα, ξαναβρέθηκε με τον Ιάσονα, τα ξανάφτιαξαν και πήγαν οι δυο τους και ο γιος της, Μήδος, στην Κολχίδα όπου τους καλοδέχτηκε ο γέρο Αιήτης που συγκινήθηκε ξαναβλέποντας την κόρη του. Η Μήδεια, με τα μαγικά της, ξανάκανε νέους τον πατέρα της και τον Ιάσονα κι έζησαν εκεί ως τα βαθιά γεράματα.

 

Οι πονηριές του Σίσυφου:

Ο Σίσυφος ήταν ένας ακόμα γιος του Αίολου που δραστηριοποιήθηκε στην Πελοπόννησο. Οι κακές γλώσσες τον ήθελαν εραστή της Μήδειας, η οποία του άφησε τον θρόνο της Κορινθίας, όταν έφυγε από την περιοχή. Ο Σίσυφος έκτισε την Εφύρα, παλιά ονομασία της Κορινθίας αλλά και της ακρόπολης πάνω στον Ακροκόρινθο όπου βρισκόταν το ανάκτορό του. Βρήκε μπελά με τον Αυτόλυκο.

Ο κλέφτης βασιλιάς Αυτόλυκος είχε από τον πατέρα του, πρωτοκλέφτη των θεών Ερμή, το χάρισμα να αλλάζει μορφή στα ζώα. Έκλεβε κοπάδια ολόκληρα, τα έφερνε στον Παρνασσό όπου κατοικούσε και τους άλλαζε χαρακτηριστικά. Αν κάποιος του παραπονιόταν, έκανε τον προσβεβλημένο και τον ανήξερο. Και, για να αποδείξει την αθωότητά του, άφηνε τα θύματά του να ψάξουν να βρουν τα ζωντανά τους ανάμεσα στα κοπάδια που έβοσκαν στην επικράτειά του. Φυσικά, με αλλαγμένα τα χαρακτηριστικά τους, τα ζώα ήταν αδύνατο να αναγνωριστούν από τον ιδιοκτήτη τους.

Κάποια στιγμή, ο Αυτόλυκος έβαλε στο μάτι τα βόδια του Σίσυφου που έβοσκαν στην περιοχή της σημερινής Περαχώρας. Ο Σίσυφος όμως ήταν επίσης πολύ έξυπνος άνθρωπος. Έβλεπε ότι, όσα ζώα του έλειπαν, τόσα παραπάνω είχε ο Αυτόλυκος, αν και δεν μπορούσε να βρει ποια ήταν τα δικά του. Πονηρεύτηκε. Έπιασε και χάραξε το όνομά του στις χηλές (τα νύχια των δακτύλων) των βοδιών του. Όταν και πάλι είδε να του λείπουν βόδια, πήγε κατευθείαν στον Αυτόλυκο και του παραπονέθηκε. Εκείνος, κατά το σύστημά του, έδειξε ότι είχε βαριά προσβληθεί και πρότεινε στον Σίσυφο να ψάξει ανάμεσα στα δικά του ζωντανά. Ο Σίσυφος πλησίαζε ένα ένα τα βόδια, ανασήκωνε τα πόδια τους κι έβρισκε το ένα μετά το άλλο τα δικά του, έστω και με αλλοιωμένα χαρακτηριστικά.

Ο Αυτόλυκος παραδέχτηκε τον Σίσυφο ως πιο έξυπνο από αυτόν, του επέστρεψε όλα τα κλεμμένα και τον κάλεσε στον Παρνασσό να τον φιλοξενήσει. Ήταν ο καιρός που έφτασε εκεί ο Λαέρτης από την Ιθάκη και ζήτησε σε γάμο την κόρη του Αυτόλυκου, Αντίκλεια. Ο πατέρας της μικρής δέχτηκε αλλά, πριν από τον γάμο, έβαλε την Αντίκλεια να κοιμηθεί με τον Σίσυφο. Έτσι, όταν γεννήθηκε ο Οδυσσέας, διέθετε την πονηριά και την εξυπνάδα και του παππού του, Αυτόλυκου, και του Σίσυφου, του οποίου γιος ήταν στην πραγματικότητα.

Σε μιαν άλλη περίσταση, ο Σίσυφος καθόταν και χάζευε τη θέα του κάμπου από το ανάκτορό του στον Ακροκόρινθο. Την ίδια ώρα, η Αίγινα, η πιο όμορφη από τις είκοσι κόρες του Ασωπού ποταμού, περπατούσε στα χωράφια. Ήταν η φορά που την είδε ο Δίας και την άρπαξε. Ο Σίσυφος είδε την αρπαγή. Όταν αργότερα ο Ασωπός έφτασε στα μέρη του αναζητώντας την εξαφανισμένη κόρη του, ο Σίσυφος του είπε ότι ήξερε τι έγινε αλλά, για να το πει, ήθελε από τον Ασωπό να του δώσει μια πηγή εκεί κοντά, να μην είναι αναγκασμένος να κουβαλά νερό από τον κάμπο. Ο Ασωπός έκανε να αναβλύσει η πηγή της Πειρήνης κι ο Σίσυφος του αποκάλυψε, ποιος είχε κλέψει την Αίγινα.

Ο Σίσυφος απέκτησε την πηγή του αλλά έκανε τον Δία να θυμώσει μαζί του. Ο αρχηγός των θεών ζήτησε από τον βασιλιά του Κάτω Κόσμου και αδελφό του, Άδη, να στείλει τον Χάρο να πάρει τον μαρτυριάρη βασιλιά. Όταν όμως ο Σίσυφος είδε μπροστά του τον Χάρο, του έπαιξε παιχνίδι τέτοιο που, πριν καλά καλά αυτός καταλάβει τι γινόταν, βρέθηκε δεμένος με αλυσίδες κι ανήμπορος για ο,τιδήποτε. Με την αιχμαλωσία του Χάρου όμως, κανένας πάνω στη Γη δεν πέθαινε, ενώ άνθρωποι και ζωντανά συνέχισαν να γεννιούνται. Η Γη βούλιαζε από το βάρος τους. Για να τελειώνει, ο Δίας έστειλε τον Άρη που ελευθέρωσε τον Χάρο ο οποίος έσπευσε και πήρε τον Σίσυφο. Πριν να πεθάνει αυτός, εξόρκισε τη γυναίκα του να μην κάνει καμιά από τις νεκρικές τελετές και θυσίες.

Η γυναίκα του πειθάρχησε στην τελευταία επιθυμία του άντρα της. Όταν πέρασε λίγος καιρός από τον θάνατό του, ο Σίσυφος ζήτησε ακρόαση από την Περσεφόνη, τη βασίλισσα του Κάτω Κόσμου. Της παραπονέθηκε ότι η γυναίκα του δεν τον τίμησε ως νεκρό και της ζήτησε την άδεια να ανέβει στον Πάνω Κόσμο για να την τιμωρήσει. Η Περσεφόνη βρήκε λογικό το αίτημα και του επέτρεψε να γυρίσει στον κόσμο των ζωντανών, απ’ όπου όμως δεν έλεγε να φύγει καθώς ο Χάρος πολύ το σκεφτόταν να ξαναμπλέξει μαζί του. Επειδή όμως ο Σίσυφος δεν ήταν αθάνατος, κάποια στιγμή, σε βαθιά γεράματα, πέθανε.

Στον Άδη, του είχαν ετοιμάσει ειδικό ρόλο. Έπρεπε να ανεβάσει έναν τεράστιο βράχο, κυλώντας τον, στην κορφή ενός λόφου και να τον σπρώξει από την άλλη πλευρά. Κάθε φορά όμως που ο Σίσυφος πλησίαζε στην κορφή, ο βράχος ξέφευγε και κυλούσε πάλι πίσω. Έτσι, ο Σίσυφος καταδικάστηκε να περάσει όλο τον καιρό στον Κάτω Κόσμο σπρώχνοντας τον βράχο που δεν έλεγε να φτάσει στην κορφή.

Γιος του Σίσυφου ήταν ο Γλαύκος κι αυτού γιος τυπικά ήταν ο Βλλερεφόντης, στην πραγματικότητα γιος του Ποσειδώνα (βλ. [ Πατριδογνωσία ] «Ιστορία Αργολίδας»: Περσέας και Ανδρομέδα).

 

Η δυναστεία των Βακχιαδών:

Γιος του Σίσυφου και αδελφός του Γλαύκου ήταν ο Ορνυτίωνας που έγινε βασιλιάς στην Κορινθία. Γιος και διάδοχός του υπήρξε ο Θόαντας. Τον διαδέχτηκε ο Δαμοφών κι αυτόν ο Προπόδας. Αυτού γιοι και διάδοχοι ήταν ο Δωρίδας και ο Υανθίδας.

Ήταν η εποχή της καθόδου των Ηρακλειδών. Επικεφαλής εκείνων που βάδισαν προς την Κορινθία ήταν ο Αλήτης, τρισέγγονος του Ηρακλή, γιος του Ιππότη. Μαζί τους πρέπει να έφτασαν και Λαπίθες. Αρχικά, Ηρακλείδες και Λαπίθες κατέλαβαν ένα κομμάτι γης, νότια του Ισθμού, έχοντας πλάτη τους τη θάλασσα, απ’ όπου κατά τους υπολογισμούς των ειδικών ήρθαν. Οι Αχαιοί Δωρίδας και Υανθίδας τους παρέδωσαν την Κορινθία. Ο Αλήτης βασίλευσε 38 χρόνια κι έγινε εθνικός ήρωας των Κορινθίων. Αυτός είναι που εκστράτευσε στην Αθήνα επικεφαλής των Δωριέων, όταν η Αττική σώθηκε από τη θυσία του τελευταίου της βασιλιά, Κόδρου.

Απόγονοι του Αλήτη που βασίλευσαν στην περιοχή ήταν οι Ιξίων, Αγέλαος, Προύμης και Βάκχις, πέμπτος στη σειρά μονάρχης και ιδρυτής της δυναστείας των Βακχιαδών. Στα χρόνια των Βακχιαδών σημειώνεται η πρώτη ακμή της Κορινθίας, χωρίς ακόμα να υπάρχει εκεί πόλη κράτος. Οι Κορίνθιοι βρίσκονταν μεταξύ δύο εχθρικών πυρών: Του Άργους και των Μεγάρων. Κατάφεραν να επιβιώσουν, να αναπτύξουν την αγγειοπλαστική και τη ναυπηγική και να γίνουν περίφημοι έμποροι με προσανατολισμό προς τη Δύση. Στην αρχή του Θ’ π.Χ. αιώνα, έστελναν αγγεία τους ως την Ιθάκη. Στα τέλη του, δημιούργησαν εκεί αποικία – ορμητήριο για νέες αγορές και σημείο ελέγχου της εισόδου του Κορινθιακού κόλπου. Στα χρόνια των Βακχιαδών τοποθετούν μερικοί και τη δημιουργία του δίολκου, που γενικά αποδίδεται στον Περίανδρο (βλ. στη συνέχεια).

Η βασιλεία, όπως την εννοεί η λέξη, καταργήθηκε στα χρόνια του έκτου απόγονου του Βάκχι, στα μέσα του Η’ π.Χ. αιώνα, πιθανόν στα 747 π.Χ. Ήταν ο Τελέστης που δολοφονήθηκε από κάποιον συγγενή του. Τον καιρό εκείνο, στην Κορινθία υπήρχαν διακόσιες οικογένειες (ή μόνο διακόσια άτομα) που κατάγονταν από τον αρχικό Βάκχι. Συμφώνησαν κάθε χρόνο να εκλέγουν έναν από τους δικούς τους ως ηγέτη και να τον πλαισιώνουν με συμβούλιο, τα μέλη του οποίου πάλι από τους Βακχιάδες προέρχονταν. Ο αιρετός ηγέτης ονομάστηκε πρύτανης και οι σύμβουλοί του βασιλιάδες. Κάποια στιγμή, δημιουργήθηκε και το αξίωμα του πολέμαρχου.

Οι Βακχιάδες κρατούσαν ζηλότυπα την εξουσία και δεν ξανοίγονταν. Οι γάμοι γίνονταν μόνο ανάμεσά τους. Παράλληλα, ανταγωνίζονταν τις υπόλοιπες αριστοκρατικές οικογένειες και δεν δίσταζαν να ξεκάνουν όποιες από αυτές γίνονταν επικίνδυνες, ακόμα κι αν προέρχονταν από γενιά Ηρακλειδών.

Κορίνθιοι άποικοι ίδρυσαν στα 734/733 π.Χ. την Κέρκυρα και τις Συρακούσες, σε ένα νησάκι στα ανατολικά παράλια της Σικελίας. Όμως, εμπόριο και βιομηχανία ακόμα και στο πρώτο μισό του επόμενου (Ζ’) αιώνα ήταν δραστηριότητες στις οποίες λίγοι απασχολούνταν. Οι πολλοί ήταν αγρότες. Πεινασμένοι στην πλειοψηφία τους και φτωχοί που ζητούσαν έντονα να γίνει ανακατανομή των χωραφιών. Οι Βακχιάδες δεν είχαν τέτοιο σκοπό. Ανέθεσαν σ’ ένα της οικογένειας, τον Κορίνθιο Φείδωνα (άσχετο με τον συνονόματο του Άργους) να βγάλει το φίδι από την τρύπα ως νομοθέτης.

Πρότεινε έλεγχο των γεννήσεων: Ένα αγόρι και ένα κορίτσι για κάθε οικογένεια, ώστε να τους φθάνει η γη που είχαν και να μη χρειάζονται άλλη. Φυσικά, δεν γίνονταν αυτά. Ούτε τώρα γίνονται αν και ο έλεγχος των γεννήσεων έχει προβληθεί ως λύση και από νεότερους οικονομολόγους όπως ο Θωμάς Ροβέρτος Μάλθος (Malthus, 1766 – 1834). Ο Κορίνθιος Φείδων προηγήθηκε χωρίς να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την εφαρμογή του. Προτάσεις έκανε. Αν ήθελαν να γλιτώσουν από τη φτώχεια, δεν είχαν παρά να τις εφαρμόσουν. Αν όχι, πρόβλημά τους. Το πρόβλημα των Βακχιαδών όμως ήταν ότι δεν είχαν συμμάχους. Κι ακόμα, έχασαν τα όποια ερείσματά τους όταν ο κορινθιακός στόλος νικήθηκε από τον κερκυραϊκό (660 π.Χ., βλ. [ Πατριδογνωσία ] «Ιστορία Κέρκυρας»: Ενάντια στη μητρόπολη).

Πρέπει να ήταν το 657/656 π.Χ., όταν ο Κύψελος τους ανέτρεψε.

 

Το πραξικόπημα του Κύψελου:

Ο Καινέας ήταν Λαπίθης ήρωας, γιος του Έλατου και φίλος και σύμμαχός του Πειρίθου στον πόλεμο εναντίον των Κενταύρων. Γιος του ήταν ο Κόρωνος. Απόγονοί του έφτασαν στην Κορινθία μαζί με τους Ηρακλείδες. Στα κατοπινά χρόνια, ανήκαν στην αριστοκρατία της περιοχής. Ανάμεσά τους, ο Ηετίων υπερηφανευόταν ότι κατάγεται κατευθείαν από τον Καινέα. Ζήτησε σε γάμο την Λάβδα, Βακχιάδα αριστοκράτισσα που όμως δεν έβρισκε γαμπρό, επειδή ήταν κουτσή.

Για πρώτη και τελευταία φορά, οι Βακχιάδες παραβίασαν την αρχή τους να μη συνάπτουν γάμους με πρόσωπα που δεν ανήκαν στην οικογένειά τους. Η Λάβδα αποκαταστάθηκε αλλά οι Βακχιάδες, καλού κακού, απευθύνθηκαν στο μαντείο και ρώτησαν αν καλώς έπραξαν και την έδωσαν. Η ιέρεια τους απάντησε ότι ο γιος του Ηετίωνα και της Λάβδας επρόκειτο να βασιλεύσει στην Κορινθία. Η οικογένεια κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό να το ανεχθεί. Όταν το μωρό γεννήθηκε, οργάνωσε συνωμοσία για να το σκοτώσει. Η Λάβδα πρόλαβε κι έκρυψε το παιδί της σε μια κυψέλη (σεντούκι). Το μωρό γλίτωσε. Το είπαν Κύψελο. Με το όνομα «Λάρναξ Κυψέλου» φυλασσόταν στο Ηραίο της Ολυμπίας περίφημο σεντούκι από ξύλο κέδρου με χρυσελεφάντινα στολίσματα. Η παράδοση ανέφερε ότι ήταν αυτό στο οποίο η Λάβδα είχε κρύψει τον γιο της.

Όπως και να έχει το ζήτημα, ο Ηετίων και η Λάβδα τα βρήκαν με τους Βακχιάδες. Ο μικρός Κύψελος ανατράφηκε βασιλικά κι, όταν έφτασε η ώρα, οι Βακχιάδες του εμπιστεύτηκαν το αξίωμα του πολέμαρχου. Ο Κύψελος το εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο. Μια από τις δουλειές του πολέμαρχου ήταν να οδηγεί στις φυλακές όσους χρωστούσαν χρήματα από καταδίκη τους σε πρόστιμο και δεν το είχαν πληρώσει. Ως αμοιβή, έπαιρνε ένα μέρος από το πρόστιμο, όταν και όποτε αυτό πληρωνόταν. Ο Κύψελος έγινε δημοφιλής επειδή συστηματικά ξεχνούσε να φυλακίσει τους χρεώστες στο δημόσιο. Κι επειδή δεν εισέπραττε το μέρος του προστίμου που του αναλογούσε, χαρίζοντάς το στον τιμωρημένο. Δημιούργησε και μια πολυπληθή εταιρεία (συντροφιά) και, όταν βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία, ανέτρεψε τους Βακχιάδες κι εγκατέστησε τυραννίδα.

Στις μάχες που διεξήχθησαν τότε, σκοτώθηκαν πολλοί Βακχιάδες, ενώ άλλοι προσπάθησαν να διαφύγουν σε άλλες πόλεις (Κέρκυρα, ιταλική Ετρουρία, Σπάρτη, Μακεδονία, μικρασιατική Καρία). Για να εδραιωθεί στην εξουσία, ο Κύψελος πετσόκοψε και κάμποσους μη Βακχιάδες αριστοκράτες. Οι παλιές χρονολογήσεις αναφέρουν ότι το πραξικόπημα εκδηλώθηκε στα 657/656 π.Χ. Νεότεροι όμως μελετητές τοποθετούν την ανατροπή μια γενιά αργότερα, στα 620 π.Χ.

 

Οι τρεις τύραννοι:

Πρώτη δουλειά του Κύψελου ήταν να μοιράσει σε ακτήμονες τη γη των Βακχιαδών και των άλλων αριστοκρατών που σκοτώθηκαν στο πραξικόπημα ή έφυγαν. Όσοι φτωχοί δεν πήραν γη, χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες με επικεφαλής ισάριθμους νόθους γιους του τυράννου (τους Πυλάδη, Εχιάδη, Γόργο) και στάλθηκαν να ιδρύσουν νέες αποικίες στη Λευκάδα, στο Ανακτόριο Ακαρνανίας (σημερινή Βόνιτσα) και στην Αμβρακία. Ο Κύψελος καθιέρωσε και τα Ίσθμια, πανελλήνιες γιορτές που γίνονταν κάθε τρία χρόνια προς τιμή του Ποσειδώνα και περιλάμβαναν μουσικούς, ιππικούς και αθλητικούς αγώνες.  Με όλα αυτά, κατάφερε να είναι τόσο δημοφιλής, ώστε ποτέ του να μη χρειαστεί τις υπηρεσίες σωματοφυλακής.

Κατά τους αρχαιότερους υπολογισμούς, ο Κύψελος πέθανε το 628 π.Χ. Τον διαδέχτηκε ο γιος του, Περίανδρος, κατά κάποιους ένας από τους Επτά Σοφούς της αρχαιότητας. Απαγόρευσε την επίδειξη πλούτου, επέβαλε βαριά τιμωρία σε όποιον περιφερόταν αργόσχολα στην αγορά και δεν επέτρεπε την εγκατάσταση αγροτών στην πόλη. Για να υπάρξουν δουλειές και να μη πληθύνουν οι άνεργοι, απαγορεύτηκε η εισαγωγή νέων δούλων, ενώ τον ίδιο καιρό ξεκίνησε η κατασκευή μεγάλων τεχνικών έργων. Ένα από αυτά ήταν η απόπειρα να ανοιχτεί διώρυγα στον Ισθμό. Απέτυχε και τότε ο Περίανδρος προχώρησε στην κατασκευή του δίολκου: Ένα λιθόστρωτο δρόμο από τον Σαρωνικό ως τον Κορινθιακό με δυο παράλληλες βαθιές αυλακιές σε απόσταση 1,5 μέτρου η μια από την άλλη. Μέσα στις αυλακιές κινούνταν οι τροχοί μιας σχάρας, που κουβαλούσε τα πλοία από τον Σαρωνικό στον Κορινθιακό και αντίστροφα.

Με αφορμή τον φόνο της γυναίκας του, ο Περίανδρος εκστράτευσε εναντίον της Επιδαύρου και την προσάρτησε στο κράτος του. Κι έστειλε αποίκους να ιδρύσουν την Απολλωνία στην Ιλλυρία (σημερινή Αλβανία) και την Ποτίδαια (στη Χαλκιδική). Κι ακόμα, κυρίευσε την Κέρκυρα κι εγκατέστησε εκεί άρχοντα τον γιο του, Νικόλαο. Οι Κερκυραίοι τον σκότωσαν. Ο Περίανδρος τους εκδικήθηκε με σκληρότητα κι έστειλε νέο άρχοντα τον ανιψιό του Ψαμμήτιχο, συνονόματο του φαραώ της Αιγύπτου με τον οποίο ο τύραννος διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις. Ο Περίανδρος λογαριάζεται ότι πέθανε το 587/586 π.Χ. χωρίς να αφήσει απογόνους στην Κόρινθο.

Την ηγεσία της ανέλαβε ο Ψαμμήτιχος που επέστρεψε από την Κέρκυρα. Ανατράπηκε στα 584 π.Χ. με αιματηρή εξέγερση που είχε αποτέλεσμα και τη δολοφονία του. Η μανία των επαναστατών ήταν τόση ώστε άνοιξαν τους τάφους των Κυψελιδών, σκόρπισαν τα κόκαλα των νεκρών, άφησαν άταφο το πτώμα του Ψαμμήτιχου, ξεθεμελίωσαν τα σπίτια της οικογένειας και δήμευσαν την περιουσία τους. Η Κόρινθος πέρασε αιματηρά στην ολιγαρχία, ενώ ήδη συγκαταλεγόταν στα ισχυρά και πλούσια κράτη της εποχής. Η φράση «ου παντός πλειν ες Κόρινθον» (δεν μπορεί καθένας να πλεύσει {να πάει}  στην Κόρινθο) μαρτυρά τον πλούτο της αλλά και την ακρίβεια της εκεί ζωής. Η Κόρινθος αριθμούσε 300.000 ελεύθερους πολίτες και 500.000 δούλους. Μόνο οι αφιερωμένες στη θεά Αφροδίτη εταίρες ξεπερνούσαν τις χίλιες. Και, παρ’ όλο που ο Περίανδρος είχε πνίξει στη θάλασσα όλες τις γυναίκες μαστροπούς, ο αγοραίος έρωτας ανθούσε. Η πόλη είχε εξελιχθεί σε κέντρο διασκέδασης και επίδειξης.

 

Μίσος κατά της Αθήνας:

Στη διάρκεια του ΣΤ’ π.Χ. αιώνα, οι Κορίνθιοι είδαν την Αθήνα και τη Σπάρτη να ξεπερνούν σε στρατιωτική δύναμη την πόλη τους, την Αίγινα να κατακτά με τον στόλο της τις θάλασσες, την Αθήνα και την Αίγινα να τους αφήνουν πίσω στην πνευματική και την καλλιτεχνική κίνηση. Η περιοχή παρέμενε πρώτη στη βιομηχανική παραγωγή. Και πάντα με υπολογίσιμη δύναμη.

Στους περσικούς πολέμους, τετρακόσιοι Κορίνθιοι βρέθηκαν να πολεμούν στις Θερμοπύλες και πέντε χιλιάδες στη μάχη των Πλαταιών. Με 16 τριήρεις, η πόλη μετείχε απρόθυμα στη ναυμαχία της Σαλαμίνας καθώς ο ναύαρχός της, Αδείμαντος, διαφωνούσε με τον Θεμιστοκλή.

Μετείχε όμως ενεργά στη ναυμαχία της Μυκάλης.

Το μίσος των Κορινθίων για τους Αθηναίους ξεκίνησε με αφορμή τα Μέγαρα, με τα οποία η Κόρινθος είχε ανοίξει μέτωπο εξαιτίας συνοριακών διαφορών. Στα 458 π.Χ., οι Μεγαρείς αποσχίσθηκαν από την Πελοποννησιακή και εντάχθηκαν στην Αθηναϊκή συμμαχία. Οι Αθηναίοι τους βοήθησαν να χτίσουν από τα Μέγαρα ως το λιμάνι της Νίσας τείχος που ωφελούσε και τους ίδιους. Οι Κορίνθιοι το είδαν ως απειλή καθώς οι Αθηναίοι έφταναν έτσι ως τα σύνορά τους. Δέκα χρόνια αργότερα (445), οι Μεγαρείς αποστάτησαν και με τη βοήθεια Πελοποννησίων έσφαξαν τους άνδρες της αθηναϊκής φρουράς. Η Αθήνα, τότε, μπόρεσε να κρατήσει την Νίσα, ενώ οι Αθηναίοι απάντησαν με ψήφισμα που απέκλειε τους Μεγαρείς από τα λιμάνια και τις αγορές τους.

Ήταν η μια από τις αιτίες για να ξεσπάσει ο μετέπειτα Πελοποννησιακός πόλεμος. Η άλλη είχε να κάνει πάλι με την Κόρινθο που είδε την Αθήνα να συμμαχεί με την Κέρκυρα στον πόλεμο της μητρόπολης Κορίνθου με την αποικία της για την Επίδαμνο. Πια, το μίσος περίσσευε.

Σε όλη τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431 – 404 π.Χ.), οι Κορίνθιοι ήταν οι πιο δραστήριοι σύμμαχοι της Σπάρτης στην προσπάθειά τους να εξαφανίσουν την Αθήνα από το πρόσωπο της γης. Το αντιαθηναϊκό μένος τους οδήγησε να αντιδράσουν στη συμφωνία για την ειρήνη του 421 π.Χ. (Νίκειος ειρήνη), να αποχωρήσουν από την Πελοποννησιακή συμμαχία και να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν τρίτο μέτωπο μαζί με το ως τότε ουδέτερο Άργος, την Ήλιδα και τη Μαντινεία. Κι όταν τελικά νικήθηκε η Αθήνα, οι Κορίνθιοι μαζί με τους Θηβαίους απαιτούσαν από τους Σπαρτιάτες να ξεθεμελιωθεί η ηττημένη πόλη και να μεταβληθεί σε απέραντο χωράφι. Οι Σπαρτιάτες δεν τους έκαναν το χατίρι.

 

Ο Κορινθιακός πόλεμος:

Η λήξη του Πελοποννησιακού πολέμου βρήκε τους Κορίνθιους δυσαρεστημένους. Ούτε τα κέρδη τους ήταν αντίστοιχα με τις θυσίες τους ούτε η Αθήνα είχε καταστραφεί. Κι ακόμα, είδαν τη σύμμαχό τους, Σπάρτη, να βοηθά τον Διονύσιο να καταλάβει την εξουσία των Συρακουσών που ήταν δική τους αποικία. Η πρώτη αντίδρασή τους ήταν να αρνηθούν να μετάσχουν στην εκστρατεία του βασιλιά της Σπάρτης, Αγησιλάου Β’, στη Μικρά Ασία (396 π.Χ.).

Τον ίδιο καιρό, καθώς η σπαρτιατική εκστρατεία σημείωνε επιτυχίες, πράκτορες των Περσών διέτρεχαν την Ελλάδα και σκορπούσαν χρήμα προς κάθε αξιόλογη πλευρά που υπέθεταν ότι θα μπορούσε να κινηθεί εναντίον της Σπάρτης: Ένας σοβαρός αντιπερισπασμός σε ελληνικό έδαφος θα εξανάγκαζε τον Αγησίλαο να επιστρέψει από την Ασία.

Το πιο ισχυρό αντιλακωνικό ρεύμα, την εποχή εκείνη, αναπτυσσόταν στη Θήβα. Χρειαζόταν όμως μια καλή αφορμή για να ξεκινήσει νέος πόλεμος. Θηβαίοι πράκτορες εκμεταλλεύτηκαν την μόνιμη έχθρα Λοκρών και Φωκέων για τον έλεγχο μιας περιοχής. Οι Φωκείς εισέβαλαν στη Λοκρίδα, οι Λοκροί ζήτησαν την βοήθεια του Κοινού των Βοιωτών, στο οποίο μετείχαν, οι Θηβαίοι έσπευσαν να τους βοηθήσουν και αναγκαστικά οι Φωκείς απευθύνθηκαν στη Σπάρτη. Οι Σπαρτιάτες ζήτησαν να πάει το ζήτημα σε διαιτησία. Οι Θηβαίοι τους αγνόησαν. Οι Σπαρτιάτες έφτασαν ως τη Βοιωτία.

Το περσικό χρυσάφι απάλειψε τις διαφορές της Θήβας και της Αθήνας που συμφώνησαν να συμμαχήσουν. Το Άργος έσπευσε να συνταχθεί μαζί τους καθώς ξαναφούντωσε το αρχαίο μίσος για τη Σπάρτη. Στην αντισπαρτιατική συμμαχία μπήκε και η Κόρινθος. Η πρόσφατη έχθρα της εναντίον της Σπάρτης υπερίσχυσε της παλαιάς εναντίον της Αθήνας. Κι ακόμα, η Κόρινθος ενώθηκε με το Άργος σε ένα κράτος.

Έδρα της συμμαχίας ορίστηκε η Κόρινθος, όπου ιδρύθηκε συμμαχικό ταμείο για τις ανάγκες του πολέμου. Εκεί εγκαταστάθηκε και το συμβούλιο που διεύθυνε τις επιχειρήσεις. Είπαν τη συμμαχία Κορινθιακή και τον πόλεμο Κορινθιακό. Πρεσβευτές όργωσαν την Ελλάδα και κάλεσαν τις άλλες πόλεις να συνασπιστούν μαζί με τις αρχικές σε έναν «απελευθερωτικό αγώνα» εναντίον της σπαρτιατικής ηγεμονίας. Έσπευσαν να ενταχθούν σχεδόν όλες οι εκτός Πελοποννήσου πόλεις.

Ο Κορινθιακός πόλεμος ξεκίνησε σφοδρός στα 395 π.Χ. Κράτησε οκτώ χρόνια με νίκες πότε των Σπαρτιατών, πότε των συμμάχων. Ο Αγησίλαος επέστρεψε από τη Μικρά Ασία. Στα 387, οι αντίπαλοι ήταν εξουθενωμένοι, ενώ ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ανταλκίδας κυριαρχούσε στις θάλασσες. Ο σπαρτιατικός στόλος είχε ανασυσταθεί με περσικό χρήμα καθώς ο Πέρσης βασιλιάς κατανοούσε ότι θα είχε την ησυχία του, όσο ο πόλεμος συνεχιζόταν. Έτσι, βοηθούσε πότε τη Σπάρτη, πότε τους αντιπάλους της. Τη χρονιά αυτή (387 π.Χ.) μπορούσε πια να επιβάλει τους όρους του.

Η πρόσκληση προς τους εμπολέμους έλεγε να επισκεφτούν τις Σάρδεις. Εκεί, οι Πέρσες υπαγόρευσαν το κείμενο της συνθήκης που έμεινε στην ιστορία ως «Ανταλκίδειος ειρήνη». Οι μικρασιατικές πόλεις έγιναν υποτελείς στους Πέρσες. Και στην Ελλάδα, κάθε πόλη έπρεπε να είναι ανεξάρτητη. Κόρινθος και Άργος χωρίστηκαν. Η Θήβα αποσύρθηκε από τις λοιπές βοιωτικές πόλεις. Το υπό την Όλυνθο κοινό των πόλεων της Χαλκιδικής διαλύθηκε. Και οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν την Καδμεία.

 

Ο αφανισμός:

Στα επόμενα χρόνια, η Κόρινθος βρέθηκε στο πλευρό των Φωκέων στον Β’ Ιερό πόλεμο κι έχασε την ψήφο της στην αμφικτιονία (346 π.Χ.), εντάχθηκε στο μπλοκ των αντιμακεδονικών δυνάμεων που ηττήθηκαν από τον Φίλιππο Β’ των Μακεδόνων στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.) κι έγινε έδρα πανελληνίων συνεδρίων από τα οποία ανεδείχθησαν αρχηγοί της εκστρατείας κατά των Περσών ο Φίλιππος το 338 και ο Μέγας Αλέξανδρος το 336 π.Χ.

Στην πόλη είχε εγκατασταθεί μακεδονική φρουρά. Η Κόρινθος γνώρισε τους Μακεδόνες ως κατακτητές και στα χρόνια των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Για περίπου ένα αιώνα, άλλαζε κάτοχο ανάλογα με το ποιος ήταν ο τρέχων ιδιοκτήτης της ευρύτερης περιοχής. Στα 243 π.Χ., την κατέλαβε ο Άρατος για λογαριασμό της Αχαϊκής συμπολιτείας. Στα 223 π.Χ., αποχώρησε από την συμπολιτεία και τάχθηκε στο πλευρό των Σπαρτιατών. Έμεινε χωρίς συμμάχους, κυριεύτηκε από τους Αχαιούς και χαρίστηκε στον Μακεδόνα Αντίγονο Δώσωνα. Οι Ρωμαίοι ήταν εκείνοι που την ελευθέρωσαν από τους Μακεδόνες (196 π.Χ.). Η Κόρινθος εντάχθηκε πάλι στην Αχαϊκή συμπολιτεία κι έγινε η έδρα της. Στα 146 π.Χ. βρέθηκε να πολεμά τους Ρωμαίους στο πλευρό της συμπολιτείας. Οι λεγεώνες του ύπατου της Ρώμης, Μόμμιου, στη μάχη της Λευκόπετρας (κοντά στον Ισθμό) νίκησαν τον κορινθιακό στρατό που καθοδηγούσε ο στρατηγός Δίαιος.

Οι Ρωμαίοι μπήκαν στην πόλη. Όλοι οι άνδρες Κορίνθιοι εκτελέστηκαν. Όλες οι γυναίκες και όλα τα παιδιά αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν δούλοι. Όλα τα αγάλματα και κάθε πολύτιμο πράγμα που υπήρχε στην πόλη, μεταφέρθηκε στη Ρώμη. Μετά, ο Μόμμιος διέταξε και έβαλαν φωτιά. Η Κόρινθος έπαψε να υπάρχει. Για έναν αιώνα.

 

Η νέα Κόρινθος:

Ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρ ήταν αυτός που εκτίμησε την περιοχή και ξεκίνησε την ανοικοδόμηση της Κορίνθου, λίγο πριν να δολοφονηθεί (44 π.Χ.). Μάταια προσπάθησε να ανοίξει διώρυγα από τον Σαρωνικό στον Κορινθιακό αλλά πρόλαβε να κτίσει τη νέα Κόρινθο, μισή σε έκταση από την προηγούμενη. Εγκατέστησε εκεί Ρωμαίους απελεύθερους δημιουργώντας αποικία (Colonia Julia Korinthus). Η νέα πόλη προσέλκυσε Έλληνες, οι εκεί Ρωμαίοι εξελληνίστηκαν, ο ανθύπατος Αχαΐας την έκανε έδρα του. Τον Α’ μ.Χ. αιώνα, η Κόρινθος είχε ανακάμψει. Τον Β’ συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις πιο πολυάνθρωπες της Ελλάδας. Οι αυτοκράτορες την προίκισαν με ωραία κτίρια, κατασκεύασαν δημόσια έργα και τη στόλισαν με πλήθος αγάλματα. Ο Παυσανίας την βρήκε περίλαμπρη και την περιέγραψε με λεπτομέρειες. Όμως, η παλιά της ακμή ποτέ δεν επανήλθε.

Δεν απέφυγε την γοτθική λεηλασία του 267 και του 396, όταν έφθασαν ως εκεί οι Γότθοι του Αλάριχου. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός μερίμνησε (μετά το 527) να αποκτήσει τείχη η πόλη που λίγο λίγο εξελισσόταν σε νέο βιομηχανικό κέντρο. Τα προϊόντα της ανταγωνίζονταν τα πατρινά και τα θηβαϊκά. Έγινε αρχικά πρωτεύουσα του θέματος της Πελοποννήσου κι έπειτα του θέματος της Ελλάδας (περί το 1000). Ο πλούτος της προσέλκυσε τους Νορμανδούς του Ρογήρου Β’ (1146) που πήραν τον Ακροκόρινθο, λεηλάτησαν την πόλη, απήγαγαν όποια όμορφη γυναίκα βρήκαν μπροστά τους και αιχμαλώτισαν τεχνίτες μεταξουργούς, τους οποίους εγκατέστησαν στη Σικελία. Φεύγοντας, πήραν μαζί τους και την εικόνα του Αγίου Θεοδώρου, προστάτη της πόλης.

 

Βουτιά στο κενό:

Ο Λέων Σγουρός ήταν στυγνός φεουδάρχης, κύριος του Ναυπλίου με κληρονομικό δικαίωμα. Στα 1202, εξαπάτησε τους Αργείους και πρόσθεσε το Άργος στα φέουδά του. Πήρε και την Κόρινθο με ληστρική επιδρομή. Ο μητροπολίτης Κορίνθου που του αντιστάθηκε, τυφλώθηκε. Ο Λέων τον γκρέμισε από την κορφή του Ακροκόρινθου (575 μ.). Ο κωνικός αυτός βράχος του φάνηκε και ήταν οχυρό σημείο.

Έχοντας αποκτήσει ολόκληρη την βορειοανατολική Πελοπόννησο, φορολόγησε άγρια τους κατοίκους της κι έφτιαξε στόλο, δήθεν για να αντιμετωπίσει τους πειρατές. Καθώς οι Φράγκοι πήραν την Κωνσταντινούπολη (1204), απαλλάχθηκε από τον έτσι κι αλλιώς θεωρητικό έλεγχο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και επεκτάθηκε στην Αττική θέλοντας δική του και την Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Πήρε τη Βοιωτία, πέρασε τις Θερμοπύλες, έφτασε ως τη Λάρισα.

Από τη Θεσσαλονίκη, κατέβαινε ο Λομβαρδός Βονιφάτιος, ήδη ιδιοκτήτης του εκεί λατινικού βασιλείου. Ο Λέων δεν στάθηκε να τον αντιμετωπίσει. Επέστρεψε στην Κόρινθο όπου και οργάνωσε την άμυνά του. Παρατάχθηκε στον Ισθμό.

Οι Φράγκοι τον νίκησαν. Ο Λέων κατέφυγε στον Ακροκόρινθο. Οι Φράγκοι δεν κατόρθωσαν να τον βγάλουν από εκεί. Έκτισαν δυο φρούρια, ένα στα βόρεια κι ένα στα νότια του βράχου και τον έβαλαν στη μέση. Και πάλι δεν μπόρεσαν να τον καταβάλουν. Μια νυχτερινή έξοδος του Λέοντα τους σκόρπισε, ενώ σκοτώθηκε ο συναρχηγός τους, Ιάκωβος ντ’ Αβέν. Ο Λέων ξεθάρρεψε κι επιχείρησε μάχη κατά παράταξη, στα Κούντουρα (1205). Νικήθηκε. Οχυρώθηκε πάλι στον Ακροκόρινθο. Μάταια, προσπάθησαν να τον βγάλουν από εκεί οι Φράγκοι που ταυτόχρονα πολιορκούσαν και την Κόρινθο. Την υπεράσπιζε ο Θεόδωρος, αδελφός του δεσπότη της Ηπείρου, Μιχαήλ.

Η στενή πολιορκία όμως στερούσε τον Λέοντα από τη δυνατότητα να προμηθεύεται τρόφιμα και πολεμοφόδια. Η επική αντίστασή του είχε ημερομηνία λήξης. Στα 1208, είχε φτάσει σε απόγνωση. Φόρεσε την πανοπλία του, καβάλησε το άλογό του, πήρε φόρα και, από το ύψος του Ακροκόρινθου, γκρεμίστηκε στον κάμπο.

Η Κόρινθος άντεξε ως το 1210. Δόθηκε φέουδο στον κύρη της Αθήνας, Όθωνα ντε λα Ρος.

 

Το κάστρο του άστρου:

Ενάμισι αιώνα αργότερα, η Κόρινθος ανήκε στον πρίγκιπα της Αχαΐας. Ήταν το 1358, όταν παραχωρήθηκε στον Φλωρεντινό τραπεζίτη Νικόλαο Ατζαγιόλι που χρίστηκε βαρόνος. Οι ιππικοί αγώνες που οργανώθηκαν στον χώρο όπου τελούνταν τα Ίσθμια, προσέλκυσαν πάνω από χίλιους ιππότες που μετείχαν στα αγωνίσματα.

Στη συνέχεια, η Κόρινθος πέρασε στον θετό γιο του Νικόλαου, Νέριο Ατζαγιόλι. Με διαθήκη, την παραχώρησε αυτός στον γαμπρό του, Κάρολο Τόκκο. Στα 1395, παραχωρήθηκε στον Θεόδωρο Παλαιολόγο, σύγαμπρο του Καρόλου. Μετά από πέντε χρόνια (1400), αυτός την πούλησε στους Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου. Την πήρε πίσω στα 1404, δίνοντάς τους αντάλλαγμα την κομητεία των Σαλώνων.

Μισό αιώνα αργότερα, στα 1458, ο Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής κυρίευσε εύκολα την πόλη. Στον Ακροκόρινθο σκάλωσε για λίγο, καθώς το εκεί φρούριο υπερασπιζόταν ο Ματθαίος Ασάνης, φρούραρχος των Παλαιολόγων. Παραδόθηκε τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου. Οι Τούρκοι είπαν τον βράχο «κάστρο του άστρου».

Στη συνέχεια, η περιοχή ακολούθησε τις τύχες της υπόλοιπης Πελοποννήσου: Πέρασε στους Βενετσιάνους στα 1699 και ξανά στους Τούρκους (με τη βοήθεια και των Ελλήνων) στα 1715. Στα 1821, επαναστάτησε μαζί με όλον τον υπόλοιπο Μοριά, τη Ρούμελη και τα νησιά. Στις 14 Ιανουαρίου του 1822, ο Ακροκόρινθος έπεσε στα χέρια των επαναστατών. Την επομένη, η πόλη ορίστηκε προσωρινή πρωτεύουσα της ελεύθερης Ελλάδας.

Η απειλή παρουσιάστηκε το επόμενο καλοκαίρι. Άκουγε στο όνομα Μαχμούτ Δράμαλης.

 

Η καταστροφή του Δράμαλη:

Γέννημα θρέμμα της Δράμας, λεβέντης σωστός στα σαράντα του κι ανδρείος πολεμιστής, ο στρατηγός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας Μαχμούτ πασάς Δράμαλης κάλυπτε την έλλειψη στρατηγικού μυαλού με το θάρρος και την παλικαριά του. Στα 1820, διακρίθηκε στον πόλεμο εναντίον του Αλή πασά και στα 1821 έπληξε την εξέγερση των Αγράφων. Στρατοπέδευε στη Λάρισα όταν έμαθε για την επανάσταση στο Πήλιο. Ο Δράμαλης εκστράτευσε στην περιοχή. Ως τα τέλη Μαΐου, η επανάσταση είχε σβήσει, ενώ ο πασάς απέφυγε να προχωρήσει σε μαζικά αντίποινα.

Ο θάνατος του Αλή πασά, στις 24 Ιανουαρίου του 1822, βρήκε τον πασά Μαχμούτ Δράμαλη διοικητή της Λάρισας με τον βαθμό του σερασκέρη (ανώτατου στρατιωτικού αρχηγού). Ο Χουρσίτ πασάς, νικητής του Αλή πασά, παρέμενε στα Γιάννενα, απ’ όπου μάταια προσπαθούσε να καταβάλει τους Σουλιώτες. Διατάχτηκε να πάει στη Λάρισα και με τον Δράμαλη να ετοιμάσει την εκστρατεία κατά των Ελλήνων της Ρούμελης και του Μοριά, όπου η επανάσταση σημείωνε επιτυχίες τη μια μετά την άλλη. Έφυγε στις 18 του Ιουνίου και, στις 20, συναντήθηκε με τον σερασκέρη. Τον διέταξε να κινηθεί κατά των επαναστατών.

Στα Γιάννενα, κάποιοι έψαχναν μάταια για τους κρυμμένους μυθικούς θησαυρούς του Αλή πασά. Δε βρέθηκαν ποτέ, αν και δεν έμεινε πέτρα που να μην ανασηκωθεί. Οι υποψίες έπεσαν στον Χουρσίτ. Ήταν ο μόνος που είχε τη δυνατότητα να τους βρει και να τους πάρει, καθώς κανένας δεν μπορούσε να πιστέψει ότι όλα αυτά ήταν μύθος. Όμως, αν και μπαρουτοκαπνισμένος στρατιωτικός, ο Χουρσίτ αποδείχτηκε υπερευαίσθητος. Πήρε κατάκαρδα τις κατηγορίες και αυτοκτόνησε απαλλάσσοντας την ελληνική επανάσταση από έναν επικίνδυνο αντίπαλο.

Μόνος ο Δράμαλης, οργάνωσε μια φοβερή για την εποχή στρατιά με 24.000 πολεμιστές (πάνω από 16.000 καβαλάρηδες) κι 6.000 συνοδούς, 30.000 μουλάρια και 500 καμήλες. Σχημάτισε κι ένα επιτελείο από επιφανείς πολιτικούς και στρατιωτικούς της αυτοκρατορίας συμπεριλαμβάνοντας ακόμη και τον τέως μεγάλο βεζίρη, Αλή Τοπάλ πασά.

Η φοβερή στρατιά ξεκίνησε τέλη Ιουνίου του 1822. Την 1η Ιουλίου, έφθασε στη Θήβα. Ο Δράμαλης την πήρε δίχως μάχη και την έκαψε. Την επομένη, κίνησε για τη Μεγαρίδα.

Στα Γεράνια, είχαν σταθεί να τον αντιμετωπίσουν εξακόσιοι Έλληνες. Είδαν πως η αναλογία ήταν πενήντα προς έναν κι έφυγαν. Ο Δράμαλης έφτασε στην Κόρινθο στις 6 Ιουλίου 1822. Ο υπερασπιστής του Ακροκόρινθου Αχιλλέας Θεοδωρίδης κι ο κοτζαμπάσης Σωτήριος Νοταράς προτίμησαν να φύγουν. Ο Δράμαλης πήρε και το κάστρο στις 9 του μήνα. Ως τότε, δεν είχε ρίξει τουφεκιά. Με την αυτοπεποίθηση που απέκτησε, δε δυσκολεύτηκε να κάνει το μοιραίο λάθος. Προχώρησε και μπήκε στο Άργος στις 13 του Ιουλίου. Χωρίς να το ξέρει, είχε πέσει στην παγίδα.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν στην Πάτρα τον Ιούνιο του 1822. Όταν ο Δράμαλης ξεκίνησε από τη Λάρισα, ο Γέρος είδε τον κίνδυνο κι έσπευσε στην Τρίπολη. Στους Μύλους, συγκρότησε στρατόπεδο με 2.000 άνδρες. Εξέθεσε τα σχέδιά του στον Δημήτριο Υψηλάντη και στον Παπαφλέσσα, πήρε την έγκρισή τους και προχώρησε στην εφαρμογή: 300 άντρες με τον Αντώνη Κολοκοτρώνη έκλεισαν τα στενά του Αϊ Γιώργη στη Νεμέα. Άλλοι 1200 με τον Πλαπούτα έκλεισαν τα στενά στο Σχινοχώρι. Η διάβαση προς την Τρίπολη, έκλεισε. Στο Κεφαλάρι, στο Κιβέρι και στο Ζαχαριά, έκλεισαν και οι υπόλοιπες διαβάσεις. Όταν ο Δράμαλης μπήκε στο Άργος, ο Κολοκοτρώνης έκλεισε πίσω του όλες τις διόδους προς την Κόρινθο. Δεν είχε παρά να περιμένει.

Το τουρκικό ασκέρι χρειάστηκε μια βδομάδα για να καταναλώσει όσες τροφές υπήρχαν στην αργολική πεδιάδα. Το Άργος δεν μπορούσε να το θρέψει. Ή προς την Τρίπολη έπρεπε να κινηθεί ή προς τα πίσω, στην Κόρινθο. Ο Δράμαλης έστειλε στον Κολοκοτρώνη τον γραμματικό του Παναγιώτη Μανούσο, τάχα να ζητήσει παράδοση των Ελλήνων. Όταν του αρνήθηκαν, τον Μανούσο τον έπιασε κρίση συνειδήσεως. Πήρε παράμερα τον  Κολοκοτρώνη και του εκμυστηρεύτηκε πως ο Δράμαλης θα κινηθεί για την Τρίπολη. Ο Γέρος τον ευχαρίστησε για την πληροφορία και τον συνεχάρη για τον πατριωτισμό του. Ο Μανούσος έφυγε πανευτυχής.

Σ’ αυτού του είδους τα κόλπα, ο Κολοκοτρώνης ήταν δάσκαλος. Τα είχε κι ο ίδιος χρησιμοποιήσει πάμπολλες φορές. Το ότι ο Μανούσος τον «πληροφορούσε» πως ο σερασκέρης σκοπεύει να βαδίσει στην Τρίπολη, τον έκανε να σiγουρευτεί πως ο μεγάλος αντίπαλός του θα πήγαινε στην Κόρινθο. Η δική του «μπλόφα ρελάνς» σκοπό είχε να αποκοιμίσει τον εχθρό.

Ένας κακοτράχαλος δρόμος κι ένας καλός οδηγούσαν από το Άργος στην Κόρινθο. Ο καλός περνούσε από τα Δερβενάκια, στενά ιδανικά για ενέδρα. Εκεί σκόρπισε ο Κολοκοτρώνης 2.500 άνδρες. Τους έδωσε διαταγή να κρυφτούν και να μην πυροβολήσει κανένας τους, πριν να μπουν όλοι οι Τούρκοι στη δίοδο.

Στις 26 Ιουλίου του 1822, η στρατιά του Δράμαλη φάνηκε στα στενά. Οι αξιωματικοί του δεν είδαν Έλληνες και μπήκαν. Όταν όλη η δίοδος γέμισε από Τούρκους, άρχισε το τουφεκίδι. Ο Δράμαλης είδε τη σφαγή και διέταξε υποχώρηση. Όμως, πίσω τους είχαν βγει άλλοι Έλληνες και τους πετσόκοβαν. Οι Τούρκοι είδαν αφύλαχτο τον κατσικόδρομο προς τον Άγιο Σώστη. Πήγαν από εκεί. Έπεσαν πάνω στον Νικηταρά, που είχε στήσει καρτέρι και τους λιάνισε. Ως τη νύχτα, πάνω από 3.000 Τούρκοι είχαν σκοτωθεί. Ανάμεσά τους κι ο άλλοτε μεγάλος βεζίρης, Τοπάλ πασάς. Ο Δράμαλης γύρισε στο Άργος.

Ο Κολοκοτρώνης παράτησε τα Δερβενάκια. Την επομένη, 27 του μήνα, έκλεισε τα στενά στο Αγιονόρι, απ’ όπου περνούσε ο δεύτερος δρόμος. Σωστά υπολόγισε. Ήταν 28 Ιουλίου του 1822, όταν οι Τούρκοι φάνηκαν στη μπούκα των στενών.

Μπήκαν δειλά και προσεχτικά. Καμιά κίνηση στις πλαγιές. Όσο περνούσε η ώρα, οι Τούρκοι ξεθάρρευαν. Πίστεψαν ότι οι Έλληνες εξακολουθούσαν να τους περιμένουν στα Δερβενάκια. Προχώρησαν. Όταν η δίοδος γέμισε, ακούστηκε το σύνθημα. Νέα σφαγή. Με τους ελάχιστους που σώθηκαν, ο Δράμαλης μπόρεσε να φτάσει στην Κόρινθο. Οι Έλληνες τον απέκλεισαν στην πόλη. Άρχισε η συστηματική εξόντωση, όσων γλίτωσαν.

Τις επόμενες μέρες, από τη μεγάλη στρατιά δεν απέμεναν παρά ελάχιστοι. Η επανάσταση είχε σωθεί. Και είχε επιτύχει την πιο μεγάλη της νίκη απέναντι σε «τακτικό» τουρκικό στρατό. Παγιδευμένος ο Δράμαλης δεν άντεξε την καταστροφή. Κατέρρευσε από τη θλίψη. Πέθανε στην Κόρινθο στις 26 Οκτωβρίου του 1822. Ήταν 42 χρόνων.

Το δημοτικό τραγούδι απαθανάτισε τα γεγονότα:

«Φύσα μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου,

να πας τα χαιρετίσματα ’ς του Δράμαλη τη μάνα.

Της Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες

’ς το Δερβενάκι κείτονται, ’ς το χώμα ξαπλωμένοι.

Στρώμά ’χουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλο λιθάρια

και γι’ απανωσκεπάσματα του φεγγαριού τη λάμψη.

 

Κ’ ένα πουλάκι πέρασε και το συχνορωτάνε:

"Πουλί, πώς πάει ο πόλεμος, το κλέφτικο ντουφέκι;".

- Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης

και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά ’ς τα χέρια.

 

Γράμματα πάνε κ’ έρχονται ’ς των μπέηδων τα σπίτια.

Κλαίνε τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά για Τούρκους,

κλαίνε μανούλες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες».

 

Από το 1828, η πόλη άρχισε να ανακαινίζεται. Στα 1857, έπαψε να υπάρχει καθώς ένας τρομερός σεισμός την ισοπέδωσε. Οι αρχές έκριναν ότι ήταν προτιμότερο να κτιστεί καινούρια πόλη παρά να ανοικοδομηθεί η παλιά.

 

(Έθνος της Κυριακής, 2001 – 2002) (τελευταία επεξεργασία, 30.7.2011)

Επικοινωνήστε μαζί μας