Έκταση: 3.209 τ. χλμ. Κάτοικοι: 326.800
Η νομός Αχαΐας βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου. Συνορεύει ανατολικά με το νομό Κορινθίας και νότια με τους νομούς Αρκαδίας και Ηλείας. Ο Πατραϊκός και ο Κορινθιακός Κόλπος βρέχουν τις ακτές του.
Το έδαφός του είναι ορεινό κατά 60% και ημιορεινό κατά 18%. Το σύνολο των εδαφών στην επαρχία Καλαβρύτων και μεγάλα τμήματα των επαρχιών Αιγιαλείας και Πατρών καλύπτονται από τα όρη Παναχαϊκό (1.926 μ.), Χιονίστρα (1.615 μ.), Ζουμπάτα (1.343 μ.), Κερύνεια (Κλοκός ή Φτέρη 1.779 μ.), Προφήτης Ηλίας (1.551 μ.), Αροάνια (Χελμός 2.314 μ.), Ερύμανθος (Ωλονός 2.224 μ.), Σκόλη (Σανταμέρι 1.016 μ.).
Οι πεδινές εκτάσεις είναι ασήμαντες στην επαρχία Καλαβρύτων, όπου περιορίζονται μόλις στα 5 τετραγωνικά χιλιόμετρα, είναι μικρές στην Αιγιαλεία (94 τ. χλμ.) και μεγαλύτερες στην επαρχία Πατρών (692 τ. χλμ.). Στην τελευταία, σχηματίζονται οι πεδιάδες της Αλυσσού και της Αχαΐας.
Από το έδαφος του νομού Αχαΐας πηγάζουν οι κυριότεροι παραπόταμοι του Αλφειού, ο Λάδων και Ερύμανθος, ενώ πλήθος είναι οι χείμαρροι που εκβάλλουν στον Πατραϊκό και τον Κορινθιακό.
Ο Γλαύκος ή Λεύκας ποτίζει μια εύφορη περιοχή νότια της Πάτρας. Ο Φοίνικας εκβάλλει κοντά στο χωριό Καμάρες. Ο Βελιτσάνος ή Χάραδρος χύνεται κοντά στο Ρίο. Το ίδιο κάνει κοντά στην Κάτω Αχαΐα και ο Πείρος ή Καμενίτσας. Ο Γκούρας ή Μεγανίτης εκβάλλει κοντά στη Ροδοδάφνη Αιγίου. Ο Σέλιμνος ή Βολιναίος απολήγει ανατολικά του Ψαθόπυργου. Ο Κερυνίτης κοντά στην Ελύκη, ο Βουραϊκός κοντά στο Διακοφτό,
Ο Κράθις είναι ένας χειμαρρώδης ποταμός που πηγάζει από τις βορειοανατολικές πλαγιές των Αροανίων και ενισχύεται από τα ύδατα της Στύγας. Η πυγή της Στύγας αναβλύζει στους απόκρυμνους και γυμνούς βράχους της Νεραϊδόραχης, δεύτερης σε ύψος κορυφής των Αροανίων. Είναι η Στυγξ της μυθολογίας, όπου βυθίστηκε ο Αχιλλέας για να γίνει άτρωτος. Από τα νερά της σχηματίζονταν ο φοβερός ποταμός του Άδη, στον οποίο ακόμη και οι θεοί ορκίζονταν τρέμοντας γιατί η παραβίαση του όρκου προκαλούσε δεκαετή βαθύ ύπνο στον επίορκο.
Ο πληθυσμός της Αχαΐας, σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2001, ανέρχεται σε 326.794 κατοίκους (αύξηση 8% σε σύγκριση με την απογραφή του 1991). Η Αχαΐα έχει το ενδέκατο μεγαλύτερο ποσοστό φυσικής αύξησης του πληθυσμού (στοιχεία του 1997 και του 1998). Διαθέτει επίσης υψηλή αναλογία σε μαθητές του Δημοτικού ανά 1.000 κατοίκους (63 έναντι μέσου όρου Ελλάδας 61).
Το κατά κεφαλή παραγόμενο προϊόν ανέρχεται σε 10.858,40 ευρώ. Αναλογούν 19 αυτοκίνητα και 1 νέα κατοικία σε κάθε 100 κατοίκους του νομού. Το κατά κεφαλή δηλωθέν εισόδημα ανήλθε το 1999 σε 3.815,11 ευρώ και οι αποταμιευτικές καταθέσεις σε 3.521,64 ευρώ. Σε κάθε Αχαιό αντιστοιχούσε φόρος εισοδήματος ύψους 281,73 ευρώ.
Το 25% του παραγομένου στο νομό προϊόντος προέρχεται από τον τομέα της μεταποίησης. Η Αχαΐα είναι η δεύτερη σε παραγωγή πατάτας περιοχή της χώρας, η έκτη στην παραγωγή εσπεριδοειδών, η έβδομη στην παραγωγή τυριού, η όγδοη στην παραγωγή ελαιολάδου.
Η ιστορία της Αχαΐας
Τα ηρωικά χρόνια:
Η πρώτη γνωστή μας κατοίκηση στην Αχαΐα ανάγεται στην Παλαιολιθική εποχή. Αρχικά, η περιοχή ονομαζόταν Αιγιαλός και οι κάτοικοί της Αιγιαλείς, καθώς Αιγιαλός ονομαζόταν ο γιος του ποταμού Ίναχου και βασιλιάς της Σικυώνας. Στα χρόνια του βασιλιά Σελινούντα (όνομα που έφερε και ποταμός της περιοχής) έφτασε εκεί ο Ίων, ο γιος του Ξούθου. Πήρε γυναίκα του την Ελίκη, κόρη του βασιλιά, κι έγινε διάδοχός του στο βασίλειο. Έκτισε την πόλη Ελίκη κι ανήγειρε σ’ αυτή ναό του Ελικώνιου Ποσειδώνα. Κάποια στιγμή, εκστράτευσε στην Αθήνα και βοήθησε τους Αθηναίους στον πόλεμο με την Ελευσίνα. Σκοτώθηκε σε μια μάχη. Ήδη όμως, οι κάτοικοι του βασιλείου του λέγονταν Αιγιαλείς Ίωνες. Ο μύθος φωνάζει ότι στη χώρα που είχαν πλημμυρίσει οι Πελασγοί ήρθαν κάποια στιγμή Ίωνες και συγκατοίκησαν ειρηνικά. Στα μετέπειτα χρόνια, οι Ίωνες κυριαρχούσαν έχοντας αφομοιώσει τους Προέλληνες. Στα χρόνια του Τρωικού πολέμου, πάντως, ολόκληρη η περιοχή ανήκε στον Αγαμέμνονα των Μυκηνών. Δυο γενιές αργότερα, έγινε η κάθοδος των Ηρακλειδών. Από το Αντίρριο στο Ρίο.
Ο Παυσανίας (Αχαϊκά, 1, 7) αναφέρει ότι, όταν οι Ηρακλείδες πήραν Αργολίδα και Λακωνία, ο βασιλιάς των διωγμένων Αχαιών, Τισαμενός (γιος του Ορέστη κι εγγονός του Αγαμέμνονα), ζήτησε από τους Ίωνες της Αχαΐας να εγκατασταθεί εκεί με τους δικούς του. Όμως, οι εκεί βασιλιάδες φοβήθηκαν ότι οι δυο λαοί (Αχαιοί και Ίωνες) αυτόν θα εξέλεγαν βασιλιά όλων, καθώς προερχόταν από ένδοξη οικογένεια. Αρνήθηκαν. Ο Τισαμενός επέπεσε στην περιοχή με τους Αχαιούς του και τους νίκησε. Όμως, ο ίδιος σκοτώθηκε στη μάχη.
Οι Ίωνες οχυρώθηκαν στην Ελίκη. Οι Αχαιοί τους πολιόρκησαν. Οι πολιορκημένοι υπέκυψαν. Οι Αχαιοί τους άφησαν να φύγουν στην Αττική κι έθαψαν τη σορό του Τισαμενού στην Ελίκη. Χρόνια αργότερα, ένας χρησμός έπεισε τους Λακεδαιμόνιους να πάρουν τα οστά του νεκρού και να τα θάψουν στη Σπάρτη. Ο Παυσανίας σημειώνει ότι ο τάφος του Τισαμενού στη Σπάρτη σωζόταν στα χρόνια του.
Με όλα αυτά, οι Αχαιοί εγκαταστάθηκαν στην καινούρια τους πατρίδα που τότε ονομάστηκε Αχαΐα. Στην περιοχή ιδρύθηκαν έξι βασίλεια: Ένα στη δυτική μεριά με υπηκόους τους Αχαιούς από την Λακωνία που είχαν αρχικό βασιλιά τους τον Πρευγένη κι έπειτα τον γιο του, Πατρέα, οικιστή της Πάτρας. Και πέντε στην ανατολική μεριά με υπηκόους τους Αχαιούς από την Αργολίδα που είχαν αρχικούς βασιλιάδες τα τέσσερα παιδιά του Τισαμενού (Λεοντομένη, Δαϊμένη, Σπάρτωνα και Τέλλυ) και τον ξάδελφό τους Δαμασία, γιο του Πενθίλου κι εγγονό του Ορέστη.
Η χαλαρή ομοσπονδία:
Από την όλη διαδικασία προέκυψαν δώδεκα οχυρωμένες πόλεις. Δυο από αυτές, οι Αιγές και οι Ρύπες, έπαψαν να υπάρχουν τον Δ’ π.Χ. αιώνα. Στα 373 π.Χ. καταποντίστηκε η Ελίκη και καταστράφηκε από σεισμό η Βούρα που όμως ανοικοδομήθηκε. Πολύ νωρίτερα, στα 721 π.Χ., άποικοι από την Ελίκη με οικιστή τον Ίσο, δημιούργησαν την Σύβαρη στην Κάτω Ιταλία. Και άλλοι, από τις Αιγές, με οικιστή τον Μύσκελλο, δημιούργησαν τον Κρότωνα, περίπου εκατό χλμ. από τη Σύβαρη.
Η Σύβαρη εξελίχθηκε σε πάμπλουτη πόλη, της οποίας οι κάτοικοι ζούσαν σε υπερβολική πολυτέλεια. Κατάντησε ο λέξη «συβαριτισμός» να σημαίνει τρυφηλότητα και μαλθακότητα. Ο Κρότων αντίθετα εξελίχθηκε σε πόλη όπου ο αθλητισμός ισοδυναμούσε με θρησκεία. Η πόλη ανέδειξε πλήθος ολυμπιονίκες. Στα 510 π.Χ., οι Κροτωνιάτες νίκησαν σε μάχη του Συβαρίτες και κατέσκαψαν την πόλη τους. Στα 480 π.Χ., νικήθηκαν από τους Λοκρούς κι άρχισαν να παρακμάζουν. Ο Κρότων καταστράφηκε στους πολέμους του Πύρου με τους Ρωμαίους. Στα 194 π.Χ., είχε γίνει ρωμαϊκή αποικία.
Στην Αχαΐα και εκεί γύρω στα τέλη του Η’ π.Χ. αιώνα, ένας ένας οι βασιλιάδες έπαψαν να υπάρχουν καθώς στις πόλεις εγκαθιδρύονταν αβασίλευτα καθεστώτα. Τελευταίος βασιλιάς αναφέρεται ο Ωγύγης, απόγονος του Τισαμενού. Οι πολίτες μαζεύονταν κατά διαστήματα σε κοινά πανηγύρια στον ναό του Ομάριου ή Ομαγυρίου Δία, στο Αίγιο. Με την ευκαιρία, έλυναν εκεί τις όποιες διαφορές τους κι έπαιρναν αποφάσεις για ζητήματα που αφορούσαν όλες τις πόλεις. Πρόκυψε έτσι μια χαλαρή ομοσπονδία. Αντισπαρτιατική. Τόσο που οι Αχαιοί αρχικά δεν μετείχαν στους Ολυμπιακούς αγώνες.
Στα 454/3 π.Χ. εντάχθηκαν στην Αθηναϊκή συμμαχία. Στα 445, αποχώρησαν με την ευκαιρία της τότε συμφωνίας ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη για «τριαντάχρονη ειρήνη» που δεν τηρήθηκε. Στον Πελοποννησιακό πόλεμο (431), οι αχαϊκές πόλεις έμειναν αρχικά ουδέτερες, με εξαίρεση την Πελλήνη που προσχώρησε στην Πελοποννησιακή συμμαχία. Στα 419 π.Χ., η Πάτρα προσχώρησε στην Αθηναϊκή συμμαχία για να αναγκαστεί την επόμενη χρονιά (418) να δεχτεί ολιγαρχικό πολίτευμα και να συρθεί στο πλευρό της Σπάρτης.
Με το τέλος του πολέμου (404 π.Χ.), οι Αχαιοί βρέθηκαν στη σπαρτιατική πλευρά. Ήταν μαζί με τους Σπαρτιάτες, όταν ξέσπασε ο Κορινθιακός πόλεμος που οι Πέρσες υποκίνησαν κατά της Σπάρτης (395 – 387 π.Χ.) και που έληξε με την επονείδιστη για τους Έλληνες Ανταλκίδειο ειρήνη. Στα 355 π.Χ. βρέθηκαν σύμμαχοι με τους Φωκείς, στον Β’ Ιερό πόλεμο που έληξε στα 346 με νίκη των αντιπάλων τους. Στα 338 π.Χ., μετείχαν στον αντιμακεδονικό συνασπισμό που ηττήθηκε στην Χαιρώνεια από τον Φίλιππο Β’.
Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) συνέπεσε με τη διάλυση της ομοσπονδίας τους. Η Αχαΐα υπέστη τα μύρια όσα στους πολέμους των διαδόχων. Οι Αχαιοί βρέθηκαν κάποια στιγμή, άλλοι στην κατοχή του Αντίγονου Γονατά (276 – 239 π.Χ.) που εγκατέστησε μακεδονικές φρουρές στις από αυτόν ελεγχόμενες πόλεις και άλλοι κάτω από την διοίκηση δικτατορίσκων που εκμεταλλεύτηκαν τις περιστάσεις και κατέλαβαν την εξουσία. Και, σαν όλα αυτά να μην τους έφταναν, είχαν την πολυτέλεια να αντιμάχονται μεταξύ τους με τον λαό να έχει φτάσει σε έσχατη αθλιότητα.
Η Αχαϊκή Συμπολιτεία:
Η μεγάλη ευκαιρία για ανάκαμψη δόθηκε στους Αχαιούς όταν ο Αντίγονος Γονατάς αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τον Πτολεμαίο Κεραυνό σε έναν ακόμα αγώνα μεταξύ των επιγόνων του Μ. Αλεξάνδρου. Οι κάτοικοι της Πάτρας και της Δύμης συνεννοήθηκαν να ανασυστήσουν την παλιά χαλαρή ομοσπονδία τους, δημιουργώντας όμως μια πιο ισχυρή οργάνωση. Σχεδόν αμέσως, σ’ αυτήν εντάχθηκαν οι κάτοικοι των πόλεων Τρίταια και Φαρές. Ήταν το 281 π.Χ. Είχε γεννηθεί η
Αχαϊκή Συμπολιτεία. Σκοπός της, να υπερασπίσει την ισονομία («ισηγορία») και την ελευθερία των Ελλήνων και να αντιταχθεί στην τυραννία. Λίγο καιρό αργότερα, με τις πρωτοπόρες αυτές πόλεις συντάχθηκαν το Αίγιο (277 π.Χ.), η Βούρα (275 π.Χ.) και οι Κερύνεια, Πελλήνη, Αίγειρα, Λεόντιο.
Την ανώτατη εξουσία της Συμπολιτείας ασκούσε η σύνοδος των συνέδρων, ένα είδος Βουλής αντιπροσώπων της κάθε πόλης. Οι αποφάσεις ήταν οριστικές και κανένας δεν είχε δικαίωμα να ελέγξει κάποιον αντιπρόσωπο για την ψήφο του. Αρχικά, τόπος πραγματοποίησης της συνόδου ήταν το ίδιο εκείνο ιερό του Ομάριου ή Ομαγυρίου Δία, στο Αίγιο. Μετά, και αλλού. Από το 223 π.Χ., τόποι της συνόδου ήταν εναλλάξ όλες οι πόλεις που μετείχαν στη Συμπολιτεία. Επειδή, από τη χρονιά εκείνη, δικαίωμα συμμετοχής στη σύνοδο είχαν και όλοι οι πάνω από τα τριάντα πολίτες της περιοχής όπου αυτή γινόταν.
Την εκτελεστική εξουσία ασκούσαν αρχικά δύο και, από το 253, ένας στρατηγός, αρχηγός του στρατού στον πόλεμο, είδος πρωθυπουργού σε καιρό ειρήνης. Στα στρατιωτικά καθήκοντα τον βοηθούσαν ένας ύπαρχος και αξιωματικοί. Στα πολιτικά, ένα συμβούλιο από δέκα άρχοντες που μετά το 223 π.Χ. έγιναν περισσότεροι καθώς κάθε πόλη εξέλεγε τον δικό της.
Με όλα αυτά, όλες οι πόλεις που μετείχαν στην Αχαϊκή Συμπολιτεία είχαν ακριβώς τους ίδιους νόμους σαν να επρόκειτο για ένα κράτος με κεντρική διοίκηση και τοπικές αρχές.
Η ακμή της συμπολιτείας:
Στα 250 π.Χ., η Αχαϊκή Συμπολιτεία πέρασε τα σύνορα της Αχαΐας κι άρχισε να απλώνεται πέρα από αυτά. Τη χρονιά εκείνη, ο Σικυώνιος Άρατος ανέτρεψε τον τύραννο της πατρίδας του, Νικοκλή, και την οδήγησε στη συμπολιτεία. Στα 245 π.Χ., ο Άρατος εκλέχτηκε στρατηγός της. Συνέχισε να κατέχει το αξίωνα αυτό ως τον θάνατό του, το 213 π.Χ. Ως τότε, είχε εντάξει στην Αχαϊκή Συμπολιτεία πάμπολλες πόλεις. Με πρώτη την Κόρινθο (243 π.Χ., όταν κυρίευσε τον Ακροκόρινθο κι αφαίρεσε την πόλη από τον Αντίγονο Γονατά) κι έπειτα τα Μέγαρα (240), την Τροιζήνα, την Επίδαυρο και τις Κλεωνές.
Ακολούθησε η Μεγαλόπολη (234 π.Χ.) κι αμέσως μετά οι Φλιούντας, Ερμιόνη, Άργος, Αίγινα, Σαλαμίνα, οι περισσότερες από τις πόλεις της Αρκαδίας κ.ά. Η συμπολιτεία εξελισσόταν σε υπολογίσιμη δύναμη στον Ελλαδικό χώρο.
Οι πρώτοι που αντέδρασαν στο άπλωμά της ήταν οι Αιτωλοί. Ήρθαν σε συνεννόηση με τους Μακεδόνες και εισέβαλαν στην Πελοπόννησο (233 π.Χ.). Κατέλαβαν την Πελλήνη κι επιδόθηκαν στη λεηλασία της πόλης. Λεηλατούσαν ακόμα, όταν έφθασε εκεί ο Άρατος με τον στρατό του. Τους βρήκε διασκορπισμένους και τους τσάκισε. Πάνω από επτακόσιοι Αιτωλοί σκοτώθηκαν. Οι υπόλοιποι αποσύρθηκαν στα μέρη τους.
Η επόμενη αμφισβήτηση προήλθε από τον μεταρρυθμιστή βασιλιά της Σπάρτης, Κλεομένη, που εισέβαλε στην Αρκαδία και πήρε Τεγέα, Μαντινεία και Ορχομενό. Ο Άρατος έφτασε στην Αρκαδία το 227 π.Χ., είχε κάποιες αρχικές επιτυχίες αλλά αναγκάστηκε να αποχωρήσει: Ο Κλεομένης είχε εισβάλει στην Αχαΐα. Οι Αχαιοί τον αντιμετώπισαν κοντά στη Δύμη. Ο Άρατος νικήθηκε. Ο Κλεομένης ζήτησε την ένταξη της Σπάρτης στη συμπολιτεία με όρο ότι ο ίδιος θα ανακηρυσσόταν ηγέτης της.
Η πρόταση απορρίφθηκε. Ο πόλεμος ξανάρχισε. Ο Κλεομένης πήρε δυο πόλεις της Αχαΐας και περισσότερες της Αρκαδίας, ενώ Φλιούντας, Κλεωνές, Επίδαυρος, Τροιζήνα και Ερμιόνη συντάχθηκαν μαζί του. Οι λοιποί της Αχαϊκής Συμπολιτείας εξέλεξαν τον Άρατο «στρατηγό αυτοκράτορα» (223 π.Χ.). Αυτός έσπευσε να τα βρει με τον τότε βασιλιά της Μακεδονίας, τον Αντίγονο Δώσωνα, δίνοντάς του αντάλλαγμα τον Ακροκόρινθο που, είκοσι χρόνια πριν, είχε αφαιρέσει από τον Γονατά. Η Αχαϊκή Συμπολιτεία που δημιουργήθηκε για να αντιταχθεί στους Μακεδόνες, γινόταν πια σύμμαχός τους.
Η πρώτη μάχη δόθηκε στο Λέχαιο. Ο Κλεομένης νίκησε. Λεηλάτησε τη Μεγαλόπολη και την Αργολίδα. Η σύνοδος των συνέδρων της Αχαϊκής Συμπολιτείας πραγματοποιήθηκε στο Αίγιο και εξέλεξε τον Αντίγονο Δώσωνα ηγεμόνα όλων των συμμάχων. Η δεύτερη και αποφασιστική μάχη δόθηκε στα στενά της Σελλασίας, πόλης πάνω σε στρατηγικής σημασίας σημείο του δρόμου από τη Σπάρτη προς την Τεγέα και το Άργος. Ο Κλεομένης έπαθε πανωλεθρία. Η Σπάρτη εντάχθηκε στην Αχαϊκή Συμπολιτεία που πια όμως είχε επικυρίαρχο τον βασιλιά της Μακεδονίας.
Ο Αντίγονος πέθανε το 221 π.Χ. Στον θρόνο της Μακεδονίας ανέβηκε ο 17χρονος Φίλιππος Ε’, ενώ οι Αιτωλοί ξεκίνησαν επιδρομές στη Μεσσηνία και η Σπάρτη βρήκε ευκαιρία να αυτονομηθεί. Άρχισε ο Συμμαχικός πόλεμος (220 π.Χ.) με αντιπάλους τους στρατούς Αχαϊκής Συμπολιτείας, Μακεδονίας, Ηπείρου και Μεσσηνίας από τη μια πλευρά και Αιτωλών, Σπαρτιατών και Ηλείων από την άλλη.
Ο πόλεμος έληξε στα 217 π.Χ., χρονιά που ο Φίλιππος Ε’ κατέλαβε το Θέρμο, πρωτεύουσα της Αιτωλικής Συμπολιτείας, το λεηλάτησε και το κατεδάφισε. Την ίδια χρονιά, ο βασιλιάς των Μακεδόνων έβαλε και δηλητηρίασαν τον Άρατο. Λίγο καιρό αργότερα, άρχισε να ανατέλλει το άστρο του στρατηγού Φιλοποίμενα από τη Μεγαλόπολη.
Ο νέος πόλεμος ανάμεσα στον Φίλιππο Ε’ της Μακεδονίας και τους Αιτωλούς ξεκίνησε το 211 π.Χ. με την Αχαϊκή Συμπολιτεία στο πλευρό των Μακεδόνων και τη Σπάρτη σύμμαχο των Αιτωλών. Με τους οποίους συνέπρατταν και οι Ρωμαίοι. Έληξε το 204 π.Χ., με νίκη κι αυτός των Μακεδόνων. Στη διάρκειά του, ο στρατηγός Φιλοποίμην είχε διαπρέψει στις μάχες στο έδαφος της Πελοποννήσου: Στα 207, είχε με τα ίδια του τα χέρια σκοτώσει τον ηγέτη της Σπάρτης, Μαχανίδα, στη μάχη.
Ο τελευταίος πόλεμος του Φίλιππου Ε’ με τη Ρώμη (200 π.Χ.) βρήκε αρχικά ουδέτερη την Αχαϊκή Συμπολιτεία. Η πράξη όμως του Μακεδόνα βασιλιά να «χαρίσει» το Άργος στη Σπάρτη, προκειμένου να την κάνει σύμμαχό του (βλ. [ Πατριδογνωσία ] «Ιστορία Αργολίδας»: Ως τη ρωμαϊκή κατάκτηση), οδήγησε τους Αχαιούς στην αγκαλιά των Ρωμαίων (197 π.Χ.), οι οποίοι και νίκησαν.
Με την προτροπή των μελών της Αχαϊκής Συμπολιτείας και με δικαιολογία τη ρωμαϊκή διακήρυξη ότι οι ελληνικές πόλεις θα ήταν στο εξής ελεύθερες, οι Ρωμαίοι ξεκίνησαν πόλεμο εναντίον της Σπάρτης (195 π.Χ.). Την ίδια χρονιά, ο ηγέτης της Σπάρτης, Νάβις, αναγνώρισε την ανεξαρτησία των Αργείων. Στα 192, ο Νάβις δολοφονήθηκε. Στα 191, η Σπάρτη εντάχθηκε στην Αχαϊκή Συμπολιτεία, οριστικά τη φορά αυτή. Στα 190, στη συμπολιτεία εντάχθηκαν και οι Ηλείοι και Μεσσήνιοι.
Δυο αιώνες μετά την ίδρυσή της, η Συμπολιτεία περιλάμβανε στους κόλπους της ολόκληρη την Πελοπόννησο. Με τους Ρωμαίους όμως να επεμβαίνουν ενεργά στα εσωτερικά της. Και με όχι λίγες πόλεις εξαναγκασμένες να μετέχουν σ’ αυτήν.
Με αρχηγό τον Δεινοκράτη, οι Μεσσήνιοι αποστάτησαν στα 184 π.Χ. Ο Φιλοποίμην βάδισε εναντίον τους. Νίκησε στην αρχή, αιχμαλωτίστηκε στη συνέχεια. Για να ξεμπερδεύει μαζί του, ο Δεινοκράτης τον ανάγκασε να πεθάνει πίνοντας κώνειο. Στρατηγός των Αχαιών ανέλαβε ο Λυκόρτας (πατέρας του ιστορικού Πολύβιου). Στάλθηκε εναντίον των Μεσσηνίων, τους νίκησε και τους εξανάγκασε να ενταχθούν και πάλι στην Αχαϊκή Συμπολιτεία που πια αριθμούσε 43 πόλεις.
Πορεία προς την υποδούλωση:
Τα επόμενα 15 χρόνια κύλησαν ειρηνικά στην Πελοπόννησο με τους Ρωμαίους να πολεμούν τον Περσέα της Μακεδονίας. Στα 168 π.Χ., είχαν τελειώσει μαζί του. Θέλησαν να ρυθμίσουν την κατάσταση και στην υπόλοιπη χώρα. Στην Αιτωλία, σφάχτηκαν 550 πρόκριτοι. Στους κόλπους της Αχαϊκής Συμπολιτείας είχε ξεπροβάλει η μορφή του φιλορωμαίου Καλλικράτη. Με υπόδειξή του, η ρωμαϊκή σύγκλητος κατάρτισε κατάλογο χιλίων επιφανών μελών της συμπολιτείας, τους οποίους κάλεσε στη Ρώμη να απολογηθούν (167 π.Χ.). Όταν έφτασαν εκεί, διασκορπίστηκαν στις επαρχίες ως όμηροι. Μετά από 16 χρόνια, επιζούσαν περίπου τριακόσιοι. Ένας από αυτούς ήταν ο ιστορικός Πολύβιος που, στο μεταξύ, είχε γίνει φίλος με τον Αιμίλιο Σκιπίωνα. Με τη βοήθειά του και με την ανοχή του Πόρκιου Κάτωνα, ο Πολύβιος κατάφερε οι όμηροι να αφεθούν ελεύθεροι. Επέστρεψαν στην Πελοπόννησο το 151 π.Χ., διασπείροντας το μίσος τους εναντίον των Ρωμαίων.
Ένας από τους τριακοσίους που επέστρεψαν ήταν ο Δίαιος που εκλέχτηκε στρατηγός της συμπολιτείας και την έσυρε σε πόλεμο εναντίον της Σπάρτης. Σύντροφός του στην ομηρία ήταν ο Δαμόκριτος που το 148 εισέβαλε στη Σπάρτη, νίκησε και εκτέλεσε χίλιους Σπαρτιάτες. Και ο Δίαιος εξώθησε τους συνέδρους στην σύνοδο της Κορίνθου (147) να προπηλακίσουν τους απεσταλμένους της Ρώμης που ως διαιτητές γνωμοδότησαν υπέρ της αποχώρησης των Σπαρτιατών από τη συμπολιτεία. Ένας από τους τριακοσίους ήταν και ο Κριτόλαος που έπεισε τους συνέδρους να κηρύξουν τον πόλεμο στη Ρώμη. Τον ξεκίνησε ο ίδιος στα 146 π.Χ. Τον έχασε. Η Αχαϊκή Συμπολιτεία διαλύθηκε. Η Ελλάδα όλη υποδουλώθηκε στη Ρώμη.
Ρωμαίοι και Βυζαντινοί:
Η Δύμη, η πόλη που είχε πρωτοστατήσει στη δημιουργία της Αχαϊκής Συμπολιτείας, ήταν η πρώτη που εξεγέρθηκε εναντίον της Ρώμης (116 π.Χ.). Οι Ρωμαίοι την ισοπέδωσαν και κυριολεκτικά «την έσβησαν από τον χάρτη». Τον επόμενο αιώνα, οι Αχαιοί συνέχεια διάλεγαν λάθος στρατόπεδο στους εμφυλίους πολέμους των Ρωμαίων. Πήγαν με το μέρος του Πομπήιου αλλά νίκησε ο Ιούλιος Καίσαρ. Τάχθηκαν με τους δημοκρατικούς Βρούτο και Κάσιο αλλά νίκησαν οι Οκταβιανός και Μάρκος Αντώνιος. Συμπαρατάχθηκαν με τον Μάρκο Αντώνιο και την Κλεοπάτρα αλλά νίκησε ο Οκταβιανός μετέπειτα Αύγουστος. Ευτυχώς γι’ αυτούς, δεν υπήρξαν αντεκδικήσεις. Ο τελευταίος νικητής, Οκταβιανός, εγκατέστησε ρωμαϊκή αποικία στην Πάτρα («Colonia Augusta Arae Patrensis») και την προίκισε με την εύνοιά του. Η Πάτρα εξελίχθηκε σε πρώτη πόλη της Αχαΐας με αποτέλεσμα να μαραζώσει το Αίγιο που ανθούσε ως κύριο λιμάνι της περιοχής.
Η πρώτη επίθεση βαρβάρων έγινε από τους Γότθους στα 267 μ.Χ. Όταν η περιοχή δεν είχε άλλα να τους προσφέρει για λεηλασία, αποχώρησαν. Ξαναφάνηκαν, πιο οργανωμένοι, 130 χρόνια αργότερα (396), έχοντας αρχηγό τους τον Αλάριχο. Πήραν την Κόρινθο και το Άργος, πήραν και το Αίγιο και την Πάτρα. Έφτασαν ως τη Σπάρτη.
Από την Ιταλία, κατέφθασε στην Πελοπόννησο ο Στηλίχων του δυτικού ρωμαϊκού κράτους. Η μεγάλη μάχη έγινε στη Φολόη της Ηλείας. Ο Αλάριχος νικήθηκε κατά κράτος. Ο Στηλίχων κυνήγησε τους Γότθους ως το Ρίο. Από εκεί, οι επιδρομείς μπήκαν σε πλεούμενα κι έφυγαν στην Αιτωλία κι ύστερα στην Ιλλυρία.
Είχε μεσολαβήσει (μέσα του αιώνα) η λαίλαπα των φανατικών χριστιανών. Η νέα θρησκεία διαδόθηκε νωρίς στην Αχαΐα. Τη δίδαξε τον Α’ αιώνα ο απόστολος Ανδρέας, ο οποίος στα ογδόντα του, μαρτύρησε στην Πάτρα πάνω σε σταυρό με σχήμα «Χ». Ο μαθητής του, Στρατοκλής, έγινε πρώτος επίσκοπος Πατρών με μικρό όμως ποίμνιο.
Τρεις αιώνες αργότερα, τα πράγματα είχαν αντιστραφεί. Στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης καθόταν ο Κωνστάντιος, γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Αφού εξολόθρευσε ολόκληρη την αυτοκρατορική οικογένεια για να κοιμάται ήσυχος ότι κανένας δεν θα τον αμφισβητήσει, αποφάσισε να επιβάλει τον χριστιανισμό με τα όπλα. Με διάταγμά του, οι Αχαιοί (όπως και όλοι οι υπήκοοι της ακόμα ρωμαϊκής αυτοκρατορίας) υποχρεώθηκαν να γίνουν χριστιανοί. Θυσία στους παλιούς θεούς σήμαινε θάνατο.
Ειδικά οι κάτοικοι της Πάτρας, στα 344 βρήκαν μπροστά τους τον στρατηγό του Κωνστάντιου, Αρτέμιο, που, με τη βία των όπλων, τους πήρε το λείψανο του Αγίου Ανδρέα. Η κάρα του αγίου επρόκειτο να υποστεί ταλαιπωρίες αιώνων ώσπου, στα 1964, επιστράφηκε στην Πάτρα. Από τον ΣΤ’ αιώνα, επίσκοπος υπήρχε και στο Αίγιο.
Γύρω στα 805 ή 807, Σλάβοι εγκαταστημένοι στα ορεινά της Πελοποννήσου (Εζερίτες και Μηλιγγοί) συνεννοήθηκαν με μουσουλμάνους της Αφρικής και πολιόρκησαν την πλούσια Πάτρα. Οι Σλάβοι από την ξηρά, οι Σαρακηνοί από τη θάλασσα. Οι Πατρινοί οργάνωσαν αποσπάσματα και κυνήγησαν τους Σλάβους στα βουνά όπου διασκορπίστηκαν. Λίγα χρόνια αργότερα, οι περισσότεροι είχαν εξελληνιστεί. Χωρίς την από ξηρά βοήθεια, οι Σαρακηνοί απέπλευσαν. Οι Πατρινοί απέδωσαν τη σωτηρία της πόλης σε επέμβαση του Αγίου Ανδρέα κι όσους Σλάβους αιχμαλώτισαν, τους μετέτρεψαν σε δουλοπάροικους στα κτήματα που ανήκαν στην εκκλησία. Η επισκοπή αναβαθμίστηκε σε μητρόπολη. Σ’ αυτήν ανήκαν και οι επισκοπές Κορώνης, Μεθώνης και Λακωνίας.
Τα επόμενα τριακόσια χρόνια πέρασαν ειρηνικά με εξαίρεση μια εξέγερση εναντίον του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντα Γ’ (727), δυο εξεγέρσεις Σλάβων που κατεστάλησαν στη γέννησή τους (849 και 932) και μια επιδρομή Σαρακηνών της Κρήτης (881) που λεηλάτησαν την ύπαιθρο της Πάτρας και άλλων πελοποννησιακών παράλιων πόλεων. Τους διέλυσε ο Βυζαντινός ναύαρχος Νικήτας Ωορύφας. Η ησυχία έφερε την ευημερία των ισχυρών: Η γεωργία απέδιδε, το εμπόριο ανθούσε, η βιομηχανία (μεταξουργία, ταπητουργία και πορφυρά υφάσματα) πραγματοποιούσε μεγάλα κέρδη. Ως το 1080.
Πρώτοι επήλθαν εναντίον της Αχαΐας (1080) οι Νορμανδοί του Ροβέρτου Γισκάρδου. Τέσσερα χρόνια αργότερα, νικήθηκαν στη Λάρισα κι αποχώρησαν. Η επιδρομή του Ρογήρου Β’ της Σικελίας (1147) δεν έπληξε άμεσα την Αχαΐα. Έπληξε όμως έμμεσα την Πάτρα καθώς ο Ρογήρος πήρε μαζί του μεταξουργούς από την Κόρινθο, έστησε μεταξουργία στο Παλέρμο κι έσπασε το πατρινό μονοπώλιο. Μετά, ήρθε η σειρά των σταυροφόρων. Της 4ης σταυροφορίας κυρίευσαν την Κωνσταντινούπολη (1204). Για την Αχαΐα ξεκινούσε νέα εποχή.
Στήνοντας το πριγκιπάτο της Αχαΐας:
Ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος ο νεότερος ήταν ευσεβής άνθρωπος. Γρήγορα κατάλαβε ότι οι αρχηγοί της 4ης Σταυροφορίας δεν είχαν σκοπό να βαδίσουν εναντίον των Αράβων στους Άγιους Τόπους, όσο μπορούσαν να πλιατσικολογούν στην Ευρώπη. Μπήκε σ’ ένα πλοίο κι έβαλε πλώρη για την Παλαιστίνη μόνος του. Όχι ως ελευθερωτής αλλά ως απλός προσκυνητής. Έπιασε σ’ ένα λιμάνι της Συρίας. Εκεί, έμαθε ότι, όσο έλειπε, οι σταυροφόροι είχαν πάρει την Κωνσταντινούπολη και ήδη μοίραζαν τα εδάφη της μεταξύ τους (Απρίλιος του 1204). Αυτόματα, έχασε κάθε διάθεση να συνεχίσει την πορεία του. Ξαναμπήκε στο καράβι με κατεύθυνση αυτή τη φορά την Κωνσταντινούπολη, μήπως και προλάβει μερίδιο.
Κάτι ο καπετάνιος που λοξοδρόμησε κάτι η φουρτούνα που τους έπιασε μεσοπέλαγα, το καράβι δεν βρήκε ακριβώς την Κωνσταντινούπολη αλλά έδεσε στη Μεθώνη. Είχε πια μπει ο χειμώνας κι ο Γοδεφρείδος θεώρησε πιο φρόνιμο να ξεχειμωνιάσει επιτόπου. Ο εκεί τοπικός άρχοντας, Ιωάννης Καντακουζηνός, προσφέρθηκε όχι μόνο να τον φιλοξενήσει αλλά και να τον πληρώσει, αν έβαζε ένα χεράκι να φάνε τα κτήματα του γειτονικού άρχοντα. Με το δίκιο του ισχυρότερου, τα φέουδα του Καντακουζηνού αυξάνονταν και πληθύνονταν, πλην όμως ο φεουδάρχης πέθανε. Ο Γοδεφρείδος ήταν πρόθυμος να συνεχίσει τις κατακτήσεις, οι οποίες του απέφεραν καλό χαρτζιλίκι. Η Πελοπόννησος όμως είχε δοθεί στους Βενετσιάνους που ήδη ετοιμάζονταν να καταπλεύσουν και ο γιος του Καντακουζηνού δεν έβλεπε τον λόγο, γιατί έπρεπε να σκοτώνεται για εδάφη που έτσι κι αλλιώς σε λίγο θα έχανε.
Ο Γοδεφρείδος σκέφτηκε να δουλέψει για λογαριασμό του. Είχε ήδη διαπιστώσει ότι η μακρά περίοδος ειρήνης στην Πελοπόννησο είχε καταστήσει τους κατοίκους της απόλεμους, εύκολη λεία για όποιον ήξερε να μάχεται και διέθετε λίγη τόλμη. Ήταν το 1205. Κι ο Βονιφάτιος, που του είχε λάχει το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, βρισκόταν στη γειτονιά, πολιορκώντας το Ναύπλιο. Ο Γοδεφρείδος πήγε να τον βρει κι έπεσε σ’ έναν παλιόφιλο αριστοκράτη από την Βουργουνδία, τον Γουλιέλμο Σαμπλίτη που συνέπραττε με τους Λομβαρδούς του Βονιφάτιου. Ο Γοδεφρείδος τον έπεισε ότι μπορούσαν να δουλέψουν και μόνοι τους: Ναι μεν ο Μοριάς είχε κατακυρωθεί στη Βενετία αλλά Βενετσιάνοι δεν είχαν φανεί στον ορίζοντα. Κι ο ίδιος δεν δεσμευόταν από τη μοιρασιά. Και η κατάκτηση της Δυτικής Πελοποννήσου παραήταν εύκολη υπόθεση για τους ιππότες.
Ζήτησαν άδεια από τον Βονιφάτιο με την υπόσχεση ότι δεν θα μπλέκονταν στα πόδια του και ξεκίνησαν με εκατό καβαλάρηδες και κάμποσους πεζούς. Πρώτος σταθμός η Πάτρα. Μια μάχη σώμα με σώμα τους ήταν αρκετή για να πάρουν την πόλη. Τα βρήκαν και με αυτούς που υπερασπίζονταν το κάστρο και το πήραν «υπό όρους». Συνέχισαν στην Ανδραβίδα που ούτε καν τείχος διέθετε. Συμφώνησαν με τους τοπικούς φεουδάρχες και την πήραν κι αυτήν. Με τον ίδιο τρόπο, πήραν όλη την Αχαΐα, Ηλεία, Τριφυλία, Αρκαδία (Μεσαρία, τότε), και το Ποντικόκαστρο (πάνω από το Κατάκωλο). Αντίσταση συνάντησαν στο κάστρο της Καλαμάτας και σ’ εκείνο της Κυπαρισσίας (Αρκαδιάς, τότε).
Μετά την κατάληψη των δυο αυτών φρουρίων, έδωσαν άλλη μια μάχη στα Κούντουρα (στη ΒΑ Μεσσηνία). Καμιά πεντακοσαριά όλοι κι όλοι οι Φράγκοι, νίκησαν. Μετά, πήραν το ένα μετά το άλλο τα κάστρα και σκάλωσαν στο φρούριο του Αράκλοβου, το οποίο υπερασπιζόταν ο Βουτσαράς Δοξαπατρής, φεουδάρχης στη Λακωνία, ο οποίος πήρε το ζήτημα πατριωτικά. Η άμυνά του υπήρξε θρυλική αλλά μάταιη.
Τον Νοέμβριο του 1205, ένα μεγάλο κομμάτι του Μοριά βρισκόταν κάτω από την εξουσία των Φράγκων. Ο πάπας Ιννοκέντιος Γ’ ανακήρυξε τον Γουλιέλμο Σαμπλίτη «πρίγκιπα όλης της Αχαΐας». Ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος, στον οποίο ουσιαστικά οφειλόταν η όλη επιχείρηση, πήρε την Κορώνη. Του την πήραν οι Βενετσιάνοι την επόμενη χρονιά, μαζί με την Μεθώνη του Καντακουζηνού (1206).
Ο Σαμπλίτης, ως πρίγκιπας της Αχαΐας, εγκαταστάθηκε στην Ανδραβίδα, έστησε το δωδεκαμελές συμβούλιό του με έξι Φράγκους κι έξι ντόπιους φεουδάρχες κι ασχολήθηκε με την οργάνωση της επικράτειάς του, μη παραλείποντας να συμπληρώνει τις κατακτήσεις του. Στα 1209, έμαθε ότι ο μεγάλος αδελφός του πέθανε, στη Βουργουνδία, χωρίς να αφήσει παιδιά. Εγκατέστησε στην Αχαΐα βάιλο (αντιπρόσωπό του) έναν ανιψιό του, Ούγο, κι έφυγε να διεκδικήσει τα οικογενειακά φέουδα. Πέθανε πηγαίνοντας. Πέθανε κι ο Ούγος.
Η μεγάλη ακμή του πριγκιπάτου:
Ο Γοδεφρείδος ξαναβρέθηκε στα πράγματα ως βάιλος. Συγκάλεσε συνέλευση των ιπποτών, («παρλαμά», Parlement), ενέκρινε το «σύνταγμα» («ριζίστρο», régistre) του πριγκιπάτου και μοίρασε τον Μοριά (κατακτημένο και μη) σε δώδεκα βαρονίες, καθεμιά με τα δικά της φέουδα. Μετά, πήρε Βελιγοστή, Νύκλι και Λακεδαιμονία που ως τότε είχαν διαφύγει. Εγκαταστάθηκε στη Λακεδαιμονία. Έπειτα, ξεκίνησε τις δημόσιες σχέσεις.
Τα βρήκε με τους Βενετσιάνους δηλώνοντας ότι παραιτείται από την Μεθώνη και την Κορώνη που έτσι κι αλλιώς δεν κατείχε κι εξασφάλισε τη βοήθειά τους για την κατάκτηση των εδαφών που του έλειπαν. Οι Βενετσιάνοι απέκτησαν το δικαίωμα να εμπορεύονται στα εδάφη του. Τον καιρό εκείνο κατέφθασε στον Μοριά ο Ροβέρτος. Ήταν ξάδελφος και τελευταίος επιζών της οικογένειας του Σαμπλίτη κι ήθελε την κληρονομιά του. Δηλαδή, όλο το πριγκιπάτο.
Ο Γοδεφρείδος δεν είχε καμιά διάθεση να παραδώσει ότι με τόσους μόχθους είχε αποκτήσει. Ο «παρλαμάς» συνεδρίασε και πάλι, στη Λακεδαιμονία, και αποφάνθηκε ότι ο Ροβέρτος ήταν «εκπρόθεσμος». Ο Γοδεφρείδος έστειλε την απόφαση στον πάπα Ιννοκέντιο Γ’ για να την επικυρώσει. Ο πάπας τον ανακήρυξε πρίγκιπα της Αχαΐας και η περιπέτεια με τον Ροβέρτο έληξε επωφελώς.
Με τη βοήθεια του Όθωνα ντε λα Ρος της Αθήνας, πήρε τον Ακροκόρινθο (1210), τη Ναυπλία μετά, το κάστρο Λάρισα του Άργους έπειτα. Το τελευταίο με τη βοήθεια των Βενετσιάνων της Κορώνης (1212). Μόνο τη Μονεμβασιά δεν μπόρεσε να πάρει. Χάρισε στον ντε λα Ρος τη Ναυπλία και το Άργος κι έμεινε να έχει επικράτειά του ολόκληρη την υπόλοιπη Πελοπόννησο, ενώ απέμενε η αναγνώρισή του από κάποιον επιφανή εστεμμένο.
Την πέτυχε για τον συνονόματο γιο του, Γοδεφρείδο Β’: Τον πάντρεψε με την Αγνή, κόρη του τρέχοντα Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, Πέτρο Κουρτεναί (Courtenaiy). Ο ευτυχής πεθερός στέφθηκε στη Ρώμη αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης (1216) και με συνοδεία 6.000 ανδρών κίνησε για την έδρα της αυτοκρατορίας του. Το ταξίδι του διακόπηκε έξω από το Δυρράχιο, όπου τον περίμενε ο δεσπότης της Ηπείρου, Θεόδωρος Άγγελος Κομνηνός, επικεφαλής του στρατού του. Ο Πέτρος έπεσε ηρωικώς μαχόμενος χωρίς ποτέ του να δει πώς είναι ο θρόνος στην Κωνσταντινούπολη. Το συνοικέσιο όμως είχε προηγηθεί και ο Κουρτεναί είχε επικυρώσει τον τίτλο του πρίγκιπα της Αχαΐας για λογαριασμό του γαμπρού του.
Ο Γοδεφρείδος Α’ πέθανε το 1218. Ο ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος έγραψε ότι ήταν «ο επιτηδειότερος των Φράγκων της Ανατολής ηγεμόνων». Το «Χρονικό του Μορέως» αναφέρει ότι, μόλις μαθεύτηκε ο θάνατός του,
«Θρήνος εγένετο πολύς εις όλον τον Μωρέαν
διατί τον είχαν ακριβόν, πολλά τον αγαπούσαν
δια την καλήν του αφεντιάν, την φρόνησιν όπου είχεν».
Ο Γοδεφρείδος Β’ ηγεμόνευσε 28 χρόνια (1218 – 1246) κι έφτασε το πριγκιπάτο σε μεγάλη ισχύ. Αρχικά, σκέφτηκε να πάρει τη Μονεμβασιά αλλά οι κληρικοί φεουδάρχες του πριγκιπάτου δεν θέλησαν να εκπληρώσουν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις, δηλώνοντας ότι υπάκουαν μόνο στον πάπα. Ο Γοδεφρείδος δήμευσε τα εκκλησιαστικά φέουδα και με τους πόρους που απέκτησε, έκτισε το φρούριο Χλουμούτσι (Clermont, Castle Tornese) στο κυριότερο λιμάνι της επικράτειάς του, τη Γλαρέντζα (Κυλλήνη). Στα 1223, τα βρήκε με τους Λατίνους κληρικούς και, με την ευκαιρία, τακτοποίησε τις σχέσεις του και με τους ορθοδόξους.
Στα 1236, ο, κουνιάδος του, Λατίνος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης, Βαλδουίνος Β’ Κουρτεναί (Courtenaiy, 1217 - 1272), είχε στριμωχτεί άσχημα από τον αυτοκράτορα (1222 – 1255) της Νικαίας, Ιωάννη Βατάτζη, και από τον τσάρο της Βουλγαρίας. Ο Γοδεφρείδος του έκοψε επίδομα 22.000 υπερπύρων τον χρόνο, να έχει να κινείται, και με έξι πλοία έσπευσε στην Κωνσταντινούπολη. Διέσπασε την πολιορκία του Βατάτζη από τη θάλασσα, βύθισε 15 βυζαντινά πλοία και μπήκε στο λιμάνι νικητής και τροπαιούχος.
Ο Βαλδουίνος έσωσε προσωρινά τον θρόνο του. Θα τον έχανε 25 χρόνια αργότερα από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο. Για την ώρα, ευγνωμονώντας τον κουνιάδο του, Βιλλαρδουίνο, τον έχρισε επικυρίαρχο στο δουκάτο του Αιγαίου και στην Εύβοια.
Ο Γοδεφρείδος Β’ πέθανε χωρίς να έχει αποκτήσει παιδιά. Τον διαδέχτηκε ο Γουλιέλμος Β’ (1246 – 1278), πρίγκιπας γεννημένος στην Ελλάδα, άριστος χειριστής της ελληνικής γλώσσας και λίγο πολύ Έλληνας. Πλην, φεουδάρχης. Πολιόρκησε τη Μονεμβασιά και, μετά από τρία χρόνια αντίστασης, την πήρε, συμφωνώντας να δώσει στους τρεις φεουδάρχες της (Μαμωνά, Δαιμονογιάννη και Σοφιανό) φέουδα στα Βάτικα και να τους απαλλάξει από μελλοντικές τους φεουδαρχικές υποχρεώσεις. Μετά, πήρε την περιοχή γύρω από τα Βάτικα και την Τσακωνιά (πρώην Κοινό Ελευθερολακώνων). Έκτισε τα κάστρα Μιστρά, Μάινας και Λεύκτρου και πέρασε μερικά ειρηνικά χρόνια.
Όπου κι αν πήγαινε, τον συνόδευαν χίλιοι καβαλάρηδες, ενώ στα λιμάνια του 24 καράβια ήταν πάντα έτοιμα για ναυμαχία. Η ασφάλεια στο πριγκιπάτο ήταν εγγυημένη, το εμπόριο ανθούσε, το νόμισμα που έκοβε (τα τορνέσια) είχε πέραση, ο Μοριάς είχε μεταβληθεί σε πρότυπο ιπποτισμού, η πριγκιπική αυλή ανταγωνιζόταν τις ευρωπαϊκές βασιλικές αυλές σε πολυτέλεια κι όλα πήγαιναν καλά ως το 1255, οπότε πέθανε η δεύτερη γυναίκα του. Διεκδικώντας την κληρονομιά της (που όμως ήταν το ένα τρίτο της Εύβοιας), έμπλεξε σε πόλεμο με τους εκεί φεουδάρχες. Ο πόλεμος τέλειωσε στα 1258, χωρίς ο Γουλιέλμος να έχει αποκτήσει κάτι από όσα διεκδικούσε. Στα 1259, αιχμαλωτίστηκε από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο. Όταν το 1262 απελευθερώθηκε, έχοντας παραδώσει στους Βυζαντινούς τη Μονεμβασιά και τα τρία κάστρα που ίδιος έκτισε (Μιστρά, Μάινας και Λεύκτρου), το πριγκιπάτο είχε αρχίσει να παίρνει την κάτω βόλτα. Στα 1432, έπαψε να υπάρχει.
Οι αιώνες της κατοχής:
Όλα αυτά τα χρόνια, η περιοχή του σημερινού νομού Αχαΐας είχε διαιρεθεί σε τέσσερις βαρονίες:
Προοδευτικά και από το 1380, η περιοχή κατακτήθηκε από την εταιρεία των Ναβαραίων. Οι πρώτοι Τούρκοι φάνηκαν εκεί στα 1397 ως επιδρομείς. Στα 1432, η Αχαΐα πέρασε στην επικράτεια των Παλαιολόγων του Μιστρά.
Στα 1446, η Πάτρα αντιστάθηκε νικηφόρα στην επίθεση του σουλτάνου Μουράτ Β’. Στα 1461, όμως, μαζί με την υπόλοιπη Πελοπόννησο, η Αχαΐα είχε υποκύψει στους Οθωμανούς. Δυο χρόνια αργότερα (1463), οι κάτοικοι της Αχαΐας μετείχαν στη μάχη που ο Μιχαήλ Ράλλης και οι Βενετσιάνοι έδωσαν εναντίον του Ομάρ μπέη. Οι Τούρκοι νίκησαν και η Αχαΐα πλήρωσε το τίμημα της εκδίκησης. Στα 1499, συμμετείχαν στην εξέγερση που οι Βενετσιάνοι προκάλεσαν. Το αποτέλεσμα ήταν να κτιστούν από τους Τούρκους τα κάστρα στο Ρίο και στο Αντίρριο. Η περιοχή όμως είχε ερημώσει. Όταν στα 1699 η Αχαΐα έγινε πρόσκαιρο τμήμα του βενετσιάνικου «Βασιλείου του Μορέως», χωρίστηκε σε δυο επαρχίες: Της Πάτρας με 12.000 κατοίκους και της Βοστίτσας (Αιγίου) με 4.000.
Στα ορλοφικά, οι κάτοικοι της περιοχής υπέστησαν τα όσα και οι λοιποί της Πελοποννήσου. Με πρόσθετη τη σφαγή των Πατρινών, τη νύχτα της Μ. Παρασκευής του 1779, όταν Τούρκοι εισέβαλαν στις εκκλησίες κι έσφαξαν όλους τους εκεί συναθροισμένους χριστιανούς. Και του 1770, όταν σφάχτηκαν από Αλβανούς όσοι κάτοικοι της Βοστίτσας είχαν καταφύγει στη μονή των Ταξιαρχών.
Στα 1821, οι πιο πολλοί από τους προκρίτους της Αχαΐας ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Το ότι η περιοχή ήταν η μία από τις δύο που ξεκίνησαν τον Αγώνα ήρθε ως παραπάνω από φυσιολογικό. Αν και, όχι χωρίς δυσκολίες.
Ο Πουκβίλ και η Αγία Λαύρα:
Ο πρόξενος της Γαλλίας στο κράτος του Αλή Πασά, Φραγκίσκος Πουκβίλ (1770 - 1830), έγραψε ιστορία για την ελληνική επανάσταση. Το βιβλίο τυπώθηκε το 1824. Σ’ αυτό, αναφέρεται ότι στις 25 Μαρτίου του 1821, στην Αγία Λαύρα, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε τη σημαία της ελληνικής επανάστασης. Και βέβαια, έτσι είχε προγραμματιστεί από τη Φιλική Εταιρεία ν’ αρχίσει η επανάσταση. Όμως, ο μυημένος στην οργάνωση μητροπολίτης δεν ήταν στην Αγία Λαύρα, στις 25 Μαρτίου. Ούτε η επανάσταση ξεκίνησε από εκεί. Τα γεγονότα είχαν προλάβει τις ημερομηνίες. Κι ο Φραγκίσκος Πουκβίλ το ήξερε αυτό: Ο αδερφός του, Ούγος, ήταν πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα, βοήθησε τους επαναστάτες κι είχε άμεση αντίληψη για τα γεγονότα. Θεωρήθηκε όμως σημαδιακό να ξεκινήσει η επανάσταση την ημέρα του Ευαγγελισμού. Γι’ αυτό το έγραψε. Και, γι’ αυτό, η Ελληνική Πολιτεία το υιοθέτησε.
Ο Φραγκίσκος Κάρολος Λοράν Πουκβίλ γεννήθηκε στο Μερλερό της Γαλλίας και σπούδασε γιατρός στο Παρίσι, έχοντας καθηγητή του τον περίφημο Αντουάν Ντιμπουά. Ο δάσκαλός του τον προσέλαβε στην επιστημονική αποστολή που ακολούθησε τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη στην εκστρατεία στην Αίγυπτο. Το ενδιαφέρον του καθηγητή για τον μαθητή είχαν προκαλέσει οι μελέτες του τελευταίου για την πανούκλα. Όμως, στην Αίγυπτο, ο Πουκβίλ αρρώστησε. Πήρε άδεια να επιστρέψει στη Γαλλία.
Στα ανοιχτά της Καλαβρίας (της προς την πλευρά της Σικελίας χερσονήσου της Νότιας Ιταλίας), το πλοίο έπεσε σε Αλγερινούς πειρατές που τον συνέλαβαν. Τον μετέφεραν στην Πύλο κι από εκεί στην Τριπολιτσά. Έμεινε δέκα μήνες αιχμάλωτος του βαλή Μουσταφά πασά, ο οποίος τον περιποιήθηκε πολύ καλά: Χρειαζόταν γιατρό και του είχε λάχει ουρανοκατέβατος ένας από τους καλύτερους της Γαλλίας.
Όταν ο Μουσταφά έγινε καλά, θυμήθηκε ότι ο Πουκβίλ αποτελούσε λεία πολέμου. Τον ξαπέστειλε στην Κωνσταντινούπολη όπου ο άτυχος γιατρός κλείστηκε στις φυλακές του Γεντί Κουλέ. Παρά τον τρόπο με τον οποίο την είχε γνωρίσει, ο Πουκβίλ αγάπησε την Ελλάδα κι αφιέρωσε τον χρόνο του στη φυλακή μαθαίνοντας ελληνικά, γράφοντας ποιήματα γεμάτα θαυμασμό για τους Έλληνες και τον τόπο τους, μεταφράζοντας ποιήματα του Ανακρέοντα και γράφοντας τις εντυπώσεις του από τον Μοριά και από την Κωνσταντινούπολη. Ο πρεσβευτής της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη κατάφερε να τον απελευθερώσει τον Δεκέμβριο του 1801, όταν ο Πουκβίλ είχε ήδη συμπληρώσει δυο χρόνια φυλακισμένος.
Γύρισε στη Γαλλία. Παράτησε την ιατρική κι ασχολήθηκε με το γράψιμο. Το πρώτο βιβλίο του εκδόθηκε τρίτομο το 1805 και είχε τον τίτλο σιδηρόδρομο «Ταξίδια στον Μοριά, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αλβανία και πολλά άλλα μέρη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στα χρόνια 1799 – 1801». Έκανε μεγάλη αίσθηση. Κι ανάμεσα σ’ εκείνους που το διάβασαν ήταν και ο Ναπολέων. Τον έστειλε «πολιτικό πράκτορα» (πρόξενο) της Γαλλίας στην αυλή του Αλή πασά. Ο Πουκβίλ έμεινε στα Γιάννενα δέκα χρόνια (1805 – 1815) και συνδέθηκε με τον Αλή με μεγάλη φιλία. Τον ανακάλεσαν όταν πια ο Ναπολέων είχε πέσει. Όμως, στα δυο χρόνια επάνω (1817), ο αδελφός του, Ούγος Πουκβίλ, στάλθηκε πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα.
Όσο ο Ούγος συνδεόταν με τα κυρίαρχα στην Αχαΐα μέλη της Φιλικής Εταιρείας, ο πρώην γιατρός Φραγκίσκος συνέχιζε στη Γαλλία το συγγραφικό του έργο: Στα 1820, εξέδωσε το πεντάτομο «Ταξίδι στην Ελλάδα» που έβαλε τις βάσεις της ανάπτυξης του φιλελληνικού ρεύματος στην Ευρώπη.
Στα 1821, ο Ούγος Πουκβίλ ήταν ο μοναδικός πρόξενος ξένου κράτους που δεν έφυγε από την Πάτρα, όταν ξέσπασε η επανάσταση. Το προξενείο και το σπίτι του έγιναν καταφύγια των αμάχων. Και ο ίδιος έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του υπέρ των επαναστατών. Κι ακόμα, πληροφορούσε τακτικά τον αδελφό του στη Γαλλία για την εξέλιξη των γεγονότων.
Στα 1824, ο Φραγκίσκος Πουκβίλ δημοσίευσε την «Ιστορία της αναγέννησης της Ελλάδας» με τα γεγονότα από το 1740 ως τη χρονιά της έκδοσης. Το βιβλίο αυτό κάθε άλλο παρά αμερόληπτο ήταν. Ανάμεσα στα άλλα μιλούσε και για το λάβαρο της ελευθερίας που δήθεν υψώθηκε στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Όμως, το βιβλίο αυτό προκάλεσε κύμα αφίξεων φιλελλήνων στην Ελλάδα, προκειμένου να πολεμήσουν για την ελληνική λευτεριά. Και στον ίδιο άνοιξε τον δρόμο για την εκλογή του ως ακαδημαϊκού.
Συνέχισε να γράφει υπέρ των Ελλήνων και της Ελλάδας ως το 1833, οπότε και πέθανε.
Ο Γέρος της Δημοκρατίας:
Το Καλέντζι είναι ένα ορεινό χωριό στην επαρχία Πατρών της Αχαΐας, στη δυτική πλαγιά του Ερύμανθου, κοντά στα σύνορα με την Ηλεία. Εκεί, στα 1888, γεννήθηκε ο Γεώργιος Παπανδρέου. Ή΄΄Η Ήταν το τρίτο παιδί του ιερέα Ανδρέα Σταυρόπουλου και της συζύγου του Παγώνας. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και το Βερολίνο απ’ όπου επέστρεψε στην Ελλάδα το 1915. Διορίστηκε νομάρχης Λέσβου. Όταν στα 1917, επικράτησε το κίνημα της Εθνικής Άμυνας, ανέλαβε γενικός διοικητής Λέσβου και Χίου, θέση που διατήρησε ως το 1920. Στα δυο χρόνια της παλινόρθωσης του Κωνσταντίνου, υπέστη διώξεις αλλά από το 1922, μετά την επανάσταση των Πλαστήρα – Γονατά, έγινε υπουργός Εσωτερικών (1923), Εθνικής Οικονομίας (1925) και Παιδείας (1930).
Ως υπουργός Παιδείας, δημιούργησε 3.000 σχολικά κτίρια, πρωτοποριακά για την εποχή, από τα οποία πολλά εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να χρησιμοποιούνται. Την ίδια περίοδο δημιούργησε το Εθνικό Θέατρο και ίδρυσε το ΤΑΚΕ (Ταμείο Ασφάλισης Κληρικών) και τον ΟΔΕΠ (Οργανισμό Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας).
Στα 1935, ίδρυσε το Δημοκρατικό Κόμμα που αργότερα μετονομάστηκε σε Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό. Στην κατοχή, οι Ιταλοί των φυλάκισαν. Τον Απρίλιο του 1944, κατόρθωσε να δραπετεύσει στη Μέση Ανατολή. Έγινε πρωθυπουργός της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης του Καΐρου και, τον Μάιο του 1944, συγκάλεσε το συνέδριο του Λιβάνου.
Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε 17 – 20 Μαΐου. Μετείχαν σ’ αυτό εκπρόσωποι της εξόριστης κυβέρνησης, των οργανώσεων εθνικής αντίστασης που δρούσαν στην Ελλάδα και των πολιτικών κομμάτων. Σκοπός ήταν η επίτευξη συμφωνίας για το μέλλον της Ελλάδας μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, που όλα έδειχναν ότι πλησίαζε. Υπογράφτηκε «εθνικό συμβόλαιο» με οκτώ άρθρα και συμφωνήθηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης εθνικής ένωσης με τη συμμετοχή σ’ αυτήν και κομμουνιστών.
Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου έφτασε από το Κάιρο στην ελεύθερη Αθήνα στις 18 του Οκτώβρη του 1944, ενώ τη στρατιωτική διοίκηση της πρωτεύουσας είχε αναλάβει, τέσσερις μέρες πριν, ο Άγγλος στρατηγός Σκόμπι. Η πρώτη αυτή κυβέρνηση διαλύθηκε, ύστερα από μερικές βδομάδες, καθώς προέκυψαν μεγάλες διαφωνίες, σχετικά με το αν ο ΕΛΑΣ θα συνέχιζε να υπάρχει. Οι κομμουνιστές συχνά χρησιμοποιούσαν τη φράση ότι «ο Παπανδρέου τους έβαλε στο τσουβάλι». Ο Παπανδρέου μετείχε σε διάφορες κυβερνήσεις συνασπισμού ως υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Ασφάλειας, Παιδείας και Συντονισμού. Στα 1953, έγινε συναρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων κι έπειτα αρχηγός του. Τον Σεπτέμβριο του 1961, δημιούργησε την Ένωση Κέντρου, μόνη ορατή απειλή για την ΕΡΕ του Κ. Καραμανλή. Υπηρεσιακός πρωθυπουργός ανέλαβε τότε ο αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Δόβας, που διεξήγαγε τις εκλογές στις 29 Οκτωβρίου του 1961.
Σ’ αυτές, η ΕΡΕ πλειοψήφησε με 176 βουλευτές αλλ’ ο Γ. Παπανδρέου τις κατάγγειλε ως εκλογές «βίας και νοθείας», όπου «ψήφισαν νεκροί και δέντρα», και κήρυξε (1η Νοεμβρίου) τον «ανένδοτο αγώνα». Η «Μαύρη Βίβλος» που εκδόθηκε εκείνο τον καιρό, αποκάλυπτε απίθανο όργιο νοθείας και τραμπουκισμών, κυρίως στην επαρχία. Δυο χρόνια αργότερα, στις 3 Νοεμβρίου του 1963, η Ένωση Κέντρου αποκτούσε την σχετική πλειοψηφία και ο Γεώργιος Παπανδρέου ορκιζόταν πρωθυπουργός.
Οι νέες εκλογές έγιναν στις 16 Φεβρουαρίου του 1964. Ελάχιστες μέρες νωρίτερα, νύχτα 6 προς 7 Φεβρουαρίου, πέθανε στο πλοίο που τον μετέφερε από την Κρήτη ο συναρχηγός της Ένωσης Κέντρου, Σοφοκλής Βενιζέλος. Με τον ελληνικό λαό να έχει ξεθαρρέψει μετά από πολλά χρόνια, η Ένωση Κέντρου πήρε το 52,72% των ψήφων εκλέγοντας 171 βουλευτές κι ο Γεώργιος Παπανδρέου σχημάτισε ισχυρή κυβέρνηση.
Στις 6 Μαρτίου 1964, πέθανε ο βασιλιάς Παύλος και στο θρόνο ανέβηκε ο Κωνσταντίνος Β’.
Άρχισε περίοδος συστηματικής υπονόμευσης του Γεωργίου Παπανδρέου από τα ανάκτορα (με το αν η Φρειδερίκη θα ονομαζόταν στο εξής βασιλομήτωρ ή βασίλισσα μήτηρ, με το αν ο στρατός ανήκε στον βασιλιά ή στο κράτος, με το αν ο υπουργός Εθνικής Άμυνας μπορούσε να αντικατασταθεί ή όχι, με τη σκευωρία γύρω από την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ κ.ά.). Παράλληλα, προχώρησε η γιγάντια μεταρρύθμιση στον χώρο της Παιδείας, με μοχλούς τον παιδαγωγό Ευάγγελο Παπανούτσο και τον υφυπουργό Παιδείας Λουκή Ακρίτα.
Πέρα όμως απ’ όλα αυτά, η υπόθεση της Κύπρου οξυνόταν καθώς γινόταν φανερό ότι το νεαρό κράτος δεν μπορούσε να λειτουργήσει, έτσι όπως είχε κατασκευαστεί. Οι Αμερικανοί πίεζαν για ελληνικές υποχωρήσεις και δημιουργία διζωνικής ομοσπονδίας. Τον Ιούνιο του 1964, ο Γεώργιος Παπανδρέου βρέθηκε στην Ουάσινγκτον, προσκεκλημένος του προέδρου Λίντον Τζόνσον. Άντεξε στις πιέσεις, σε σημείο που οι «Τάιμς» της Νέας Υόρκης έγραψαν ότι «Ο Τζόνσον ηττήθηκε από τον Γ. Παπανδρέου». Ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν είχε αυταπάτες. Σε στενό συνεργάτη του είπε:
«Δε θα μου το συγχωρήσει. Θα το πληρώσω».
Toν Αύγουστο, μαθεύτηκε, τι ακριβώς επεδίωκαν οι Αμερικανοί, καθώς «διέρρευσε» το πολύκροτο «σχέδιο Άτσεσον»: Διχοτόμηση της Κύπρου με διπλή ένωση (ένα κομμάτι στην Ελλάδα κι ένα στην Τουρκία).
Παράλληλα, το πολιτικό παιχνίδι άρχισε να χοντραίνει: Στις 30 Νοεμβρίου 1964, σε εκδήλωση για την επέτειο της ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοπόταμου από την αντίσταση, μια έκρηξη σκότωσε 13 και τραυμάτισε 45, αριστερούς στην πλειοψηφία τους. Η αστυνομία την απέδωσε σε παλιά νάρκη. Η Αριστερά σε δράση παρακρατικών της Δεξιάς.
Φρειδερίκη και Κωνσταντίνος προχώρησαν στην ανατροπή της κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου με τον εξαναγκασμό του Γεωργίου Παπανδρέου σε παραίτηση, στις 15 Ιουλίου 1965. Αντί να προκηρυχτούν νέες εκλογές, τα ανάκτορα (με μοχλό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη) προχώρησαν στη δημιουργία κυβέρνησης αποστατών από την Ένωση Κέντρου που θα στηριζόταν στις ψήφους της ΕΡΕ. Ξέσπασαν διαδηλώσεις, πορείες, συγκρούσεις με την αστυνομία, δολοφονήθηκε ο σπουδαστής Σωτήρης Πέτρουλας (21 Ιουλίου 1965) και η Αθήνα γνώρισε την αναταραχή που πήρε το όνομα «Ιουλιανά». Ακολούθησαν οι τρεις κυβερνήσεις αποστατών.
Πάνω από ένα χρόνο αργότερα, στις 22 Δεκεμβρίου του 1966, ορκιζόταν κυβέρνηση υπό τον πρώην διοικητή της Εθνικής Τράπεζας Ιωάννη Παρασκευόπουλο. Φάνηκε πως η χώρα βάδιζε πάλι προς την ομαλότητα. Μια συμφωνία των αρχηγών των μεγάλων κομμάτων, ΕΡΕ και Ένωσης Κέντρου, όριζε πως θα αποδέχονταν το αποτέλεσμα των μελλοντικών εκλογών. Η ΕΡΕ ανέτρεψε την κυβέρνηση Παρασκευόπουλου και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ανέλαβε πρωθυπουργός στις 3 Απριλίου του 1967. Όμως, κι αυτός κι ο Γεώργιος Παπανδρέου λογάριαζαν χωρίς τα ανάκτορα που οργάνωναν πραξικόπημα. Μια μυστική σύσκεψη στρατηγών στις 20 Απριλίου του 1967, όρισε τη Μεγάλη Τρίτη, 25 του μήνα, ως ημέρα Χ για το πραξικόπημα. Αλλά και οι στρατηγοί λογάριαζαν χωρίς τη χούντα των συνταγματαρχών που από καιρό προετοίμαζε το δικό της πραξικόπημα με τους Γεώργιο Παπαδόπουλο, Νικόλαο Μακαρέζο και (ταξίαρχο) Στυλιανό Παττακό. Βιτρίνα είχαν τον αντιστράτηγο Γρηγόριο Σπαντιδάκη, αρχηγό ΓΕΣ. Εκδηλώθηκε στις 21 Απριλίου του 1967.
Ο Γεώργιος Παπανδρέου πέθανε την 1η Νοεμβρίου 1968. Αν και καταργημένος από τις 15 Ιουλίου του 1965, εξακολουθούσε να είναι ο τελευταίος εκλεγμένος πρωθυπουργός της Ελλάδας. Ήταν μια λεπτομέρεια που δεν πρόσεξε η χούντα. Έδωσε άδεια για δημόσια κηδεία.
Στις 3 Νοεμβρίου του 1968, αμέτρητα πλήθη κατέβαιναν προς το κέντρο της Αθήνας για ν’ ποχαιρετήσουν τον νεκρό. Δεξιοί, κεντρώοι κι αριστεροί, παραμερίζοντας τις πολιτικές και ιδεολογικές τους διαφορές, σχημάτισαν μια απέραντη παναθηναϊκή διαδήλωση που εξελίχθηκε σε βροντερό αντιχουντικό συλλαλητήριο. Ήταν η πρώτη κι ίσως η τελευταία φορά που ο Γεώργιος Παπανδρέου προσαγορευόταν ομόφωνα με το επίθετο «Γέρος της Δημοκρατίας», με το οποίο τον αποκαλούσαν οι οπαδοί του. Και ήταν στην κηδεία του.
Ο Ανδρέας της Αλλαγής:
«Μ` αρέσει πολύ η νύχτα. Και όταν είμαι στενοχωρημένος, της μιλάω, της λέω τον καημό μου», έγραφε, μαθητής ακόμα, ο Ανδρέας Παπανδρέου. Γεννήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 1919 στη Χίο, όπου ο πατέρας του, Γεώργιος, είχε την έδρα της διοίκησης Λέσβου και Χίου αλλά πάντα υπερηφανευόταν για την αχαϊκή καταγωγή του. Νέος, εξέδιδε περιοδικό τροτσκιστικών αποκλίσεων. Βρέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στα 1964, είχε ήδη πίσω του καριέρα καθηγητή στα πανεπιστήμια Μινεσότα και Νορθίστερν και πρύτανη στο Μπέρκλεϊ κι ήταν ήδη πρώην υπουργός Προεδρίας και τότε αναπληρωτής Συντονισμού. Ήταν το 1964. Με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου επικεφαλής κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου και με την υπό τον Κώστα Μητσοτάκη δεξιά πτέρυγα του κόμματος να πολεμά ανοιχτά τις προωθημένες κεντροαριστερές θέσεις του.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου παραιτήθηκε από υπουργός στις 16 Νοεμβρίου 1964. Ανέλαβε πάλι την άνοιξη του 1965. Η αντιπαπανδρεϊκή πολεμική είχε κιόλας εκφραστεί με την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και ολοκληρώθηκε με το βασιλικό πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου 1965. Με μοχλό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και με τη σαλαμοποίηση της Ένωσης Κέντρου η αποστασία επικράτησε αλλά η χώρα μπήκε στη δίνη της συνεχούς συνταγματικής εκτροπής. Επιτέλους, οι αποστάτες ανατράπηκαν και τα δυο μεγάλα κόμματα, Ένωση Κέντρου και ΕΡΕ συμφώνησαν στη διεξαγωγή εκλογών τον Μάη του 1967. Τους πρόλαβε η χούντα των συνταγματαρχών.
Τη νύχτα προς 21 του Απρίλη του 1967, ένα τανκ και δυο καμιόνια πάρκαραν έξω από το σπίτι του Ανδρέα Παπανδρέου, στο Παλιό Ψυχικό. Ένας αξιωματικός και είκοσι φαντάροι χίμηξαν μέσα. Ο Ανδρέας κρύφτηκε στο μπαλκόνι. Φανερώθηκε, όταν ο αξιωματικός ακούμπησε το ρεβόλβερ του στον κρόταφο του γιου του, Γιώργου. Τον πήγαν στουΓουδή. Θα
συνέχιζε φυλακισμένος στο Πικέρμι.
Η δίκη για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ είχε ολοκληρωθεί τον προηγούμενο μήνα. Στις 30 Απριλίου, η χούντα την ξέθαψε κι ανακοίνωσε ότι κύριος κατηγορούμενος είναι ο Ανδρέας Παπανδρέου. Στις 11 Μαΐου του 1967, τον μετέφεραν στις φυλακές Αβέρωφ. Εκφράστηκαν φόβοι για τη ζωή του και η διεθνής ακαδημαϊκή κοινότητα κινητοποιήθηκε. Στην Αμερική, ο διάσημος οικονομολόγος Τζον Γκάλμπρεϊθ προκάλεσε την παρέμβαση του προέδρου Λίντον Τζόνσον. Οι συνταγματάρχες αναγκάστηκαν να εγγυηθούν τη ζωή του κρατούμενου.
Στις 30 Αυγούστου, η χούντα ανακοίνωσε την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου σε δίκη στο Κακουργιοδικείο. Έστησε, λέει, τον ΑΣΠΙΔΑ για να κάνει πραξικόπημα! «Σοσιαλιστικής αποκλίσεως».
Στις 26 Δεκεμβρίου, κάτω από την παγκόσμια κατακραυγή, η χούντα υποχρεώθηκε να χορηγήσει «αμνηστίαν δι’ όλα τα αδικήματα, του ΑΣΠΙΔΑ συμπεριλαμβανομένου». Ο Ανδρέας Παπανδρέου αποφυλακίστηκε. Στις 16 Ιανουαρίου 1968, έφυγε στο Παρίσι. Σε δηλώσεις του, εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η διεθνής κοινότητα έπρεπε να συμπαρασταθεί στον ελληνικό λαό και οι μεγάλες δυνάμεις όφειλαν να επέμβουν υπέρ της αποκατάστασης της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Αλλιώς, τόνισε, η χώρα θα οδηγηθεί σε εμφύλιο πόλεμο. Στις 27 Φεβρουαρίου, ήταν στη Στοκχόλμη, όπου ανακοίνωσε την ίδρυση του ΠΑΚ (Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος).
Το διάστημα 1969 - 1974 ο Ανδρέας έβγαζε το ψωμί του ως καθηγητής Οικονομικών στο πανεπιστήμιο Γιορκ του Καναδά, ενώ συνέχιζε τον αγώνα του για την πτώση της χούντας ως πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΚ. Γι’ αυτόν, «η πτώση της χούντας δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω συμβιβασμών με το καθεστώς ή με τις εσωτερικές και εξωτερικές δυνάμεις που το εξέθρεψαν. Μοναδική λύση είναι ο συνεχής και ανυποχώρητος λαϊκός αγώνας ο οποίος θα οδηγήσει στην κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας - από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ -, τη λύση του πολιτειακού και τον σοσιαλιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό με δημοκρατικές διαδικασίες».
Η πτώση της χούντας βρήκε τα μέλη του ΠΑΚ σε δίλημμα. Αρχές Αυγούστου του 1974, το Εθνικό Συμβούλιο συνήλθε στη μικρή ελβετική πόλη Βίντερμπουργκ. Μετά από έντονες συνεδριάσεις που κράτησαν δυο ημέρες, ο Ανδρέας Παπανδρέου πρότεινε τη διάλυση του ΠΑΚ και την ίδρυση πολιτικού κινήματος. Η πρόταση εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία. Ο Ανδρέας Παπανδρέου επέστρεψε στην Αθήνα, στις 16 Αυγούστου. Η ιδρυτική διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ (Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος) γνωστοποιήθηκε συμβολικά στις 3 του Σεπτεμβρίου 1974, επέτειο της επανάστασης εναντίον του Όθωνα που τότε (1843) υποχρεώθηκε να παραχωρήσει σύνταγμα.
Οι εκλογές έγιναν στις 17 Νοεμβρίου 1974, πρώτη επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου:
«Παρακολουθούσαμε τα αποτελέσματα από το κομματικό γραφείο της Αθήνας», γράφει στο βιβλίο του «Δέκα μύθοι και μια ιστορία» ο Νίκος Παπανδρέου: «Ο πατέρας κάπνιζε το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο μαζί με δεκάδες άλλους οπαδούς του και, όσο προχωρούσε η νύχτα, τόσο περισσότερο εκνευριζόταν. Η μητέρα, ο Μιχάλης και η γραμματέας του η Αγγέλα προσπαθούσαν να του δώσουν κουράγιο λέγοντάς του πως ακόμα και το μικρό ποσοστό του εξασφάλιζε μια θέση στο ελληνικό κοινοβούλιο και ότι κάτι ήταν κι αυτό. Δεν άκουγε κανέναν. Για πρώτη φορά η γνωστή γοητεία του είχε σχεδόν εξαφανιστεί, το χαμόγελό του είχε χαθεί και τον ενοχλούσαν οι πάντες και τα πάντα. (…) Νωρίς το πρωί, όταν οι δρόμοι καθάρισαν και ετοιμαζόμασταν να γυρίσουμε σπίτι, έμαθα από την Αγγέλα ότι σκεφτόταν να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να επιστρέψει στον τόπο της εξορίας μας, στον Καναδά».
Ο μοναδικός ίσως άνθρωπος στην Ελλάδα που εκείνη τη νύχτα της 17 Νοεμβρίου του 1974 δεν πήρε το μήνυμα των εκλογών, ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ο άνθρωπος που έμελλε να αλλάξει τη ροή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας δεν συμβιβαζόταν με το 13,58% που του πρόσφερε ο ελληνικός λαός στην πρώτη εμφάνιση του ΠΑΣΟΚ και ήθελε να τα παρατήσει. Γι’ αυτόν, το αποτέλεσμα ήταν αποτυχία που εκτονώθηκε με ένα ζεϊμπέκικο στου Τσιτσάνη. Είχε διεμβολίσει την Ένωση Κέντρου, είχε καταξιώσει τον όρο «σοσιαλισμός», είχε παραμερίσει την Ενωμένη Αριστερά και είχε βάλει τα θεμέλια για την Αλλαγή αλλά ένιωθε αποτυχημένος παρ’ όλο που, παρά το ληστρικό εκλογικό σύστημα, ήταν πια επικεφαλής ενός κόμματος με δώδεκα βουλευτές στην Βουλή ενός λαού που προτίμησε «Καραμανλή» αντί «τανκς». Τρία χρόνια αργότερα, το ΠΑΣΟΚ σχεδόν διπλασίασε τη δύναμή του με 25,34% και 93 βουλευτές. Και στις 18 Οκτωβρίου του 1981, μόλις επτά χρόνια από την ίδρυσή του, το ΠΑΣΟΚ γινόταν αυτοδύναμη και κραταιά κυβέρνηση με 48,06% των ψήφων και 172 έδρες, έναντι 35,86% της ΝΔ και 115 εδρών, ενώ τις υπόλοιπες 13 κέρδισε το ΚΚΕ με 10,93%.
«Είναι ο μοναδικός ηγέτης χώρας μέλους της συμμαχίας που κατέβηκε στις εκλογές με σύνθημα ’’Έξω από το ΝΑΤΟ’’ και τις πήρε, επειδή κανένας δεν τον πίστεψε», έγραψαν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς. Για τους Έλληνες όμως άλλα ήταν εκείνα που μετρούσαν στο ΠΑΣΟΚ: Στις προεκλογικές συγκεντρώσεις, το «Συμβόλαιο με τον Λαό» διαβαζόταν σαν Ευαγγέλιο:
«Η ριζική αντιπαράθεση των βασικών κατευθύνσεών μας, απέναντι στην πολιτική της Δεξιάς και στη στυγνή σημερινή ελληνική πραγματικότητα, προσδιορίζει το περιεχόμενο και το μέτρο της Αλλαγής. Η πολιτική, στρατιωτική και οικονομική εξάρτηση από εξωελληνικά κέντρα αποφάσεων, η αγνόηση ή η κατάπνιξη της πολιτικής βούλησης του λαού, η οικονομική και κοινωνική καταπίεση, η πολιτική διάβρωση, η απρογραμμάτιστη και άναρχη ανάπτυξη, η ερήμωση της υπαίθρου, η ασφυξία των πόλεων είναι οι καρποί της πολιτικής που ακολούθησε η Δεξιά με την, εδώ και πενήντα χρόνια, μονοκρατορία της. Οι βασικοί στόχοι και κατευθύνσεις του ΠΑΣΟΚ είναι:
Η εθνική ανεξαρτησία και η προάσπιση της εδαφικής μας ακεραιότητας.
Η Λαϊκή κυριαρχία και η Δημοκρατία.
Η πολιτιστική και πνευματική αναγέννηση.
Το ξαναζωντάνεμα της υπαίθρου.
Μια ανώτερη ποιότητα ζωής στην πόλη και στο χωριό.
Η κοινωνική δικαιοσύνη και τελικά η Κοινωνική Απελευθέρωση των εργαζομένων, της γυναίκας, των μη προνομιούχων». To ΠΑΣΟΚ γινόταν το «κόμμα των μη προνομιούχων Ελλήνων» κι αυτό φάνηκε από την επομένη κιόλας των εκλογών. Η «Ελλάδα στους Έλληνες» έγινε πράξη αλλά και κατάχρηση.
Με φωτεινή εξαίρεση τους είκοσι μήνες της χαμένης άνοιξης της περιόδου 1963 – 65, όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν πρωθυπουργός της κυβέρνησης Ένωσης Κέντρου, επί περίπου μισό αιώνα η όποια συγκέντρωση διαμαρτυρίας και πορεία σήμαινε μάχη με την αστυνομία, κυνηγητό, ξύλο, επίθεση του κράτους με «αύρες» και πυροσβεστικές αντλίες, εκτόξευση δακρυγόνων, συλλήψεις, κάποτε πυροβολισμούς και νεκρούς στην άσφαλτο. Από το 1936 ως την παραμονή των εκλογών του 1981, επί 45 συναπτά έτη, οι όποιοι διαδηλωτές γνώριζαν τη γεύση των κλομπς του Μεταξά, των Γερμανών, των μετακατοχικών κυβερνήσεων, του Παπάγου, του Καραμανλή, των αποστατών, της χούντας και πάλι του Καραμανλή που «παρέλαβε χάος και έφτιαξε κράτος» αυταρχικό, αστυνομικό και βάναυσο. Στα 1981, όλα αυτά έσβησαν μέσα σε μια μέρα:
Κατέβαιναν με αντικυβερνητικά συνθήματα οι διαδηλωτές την Κηφισίας και οι αστυνομικοί ρύθμιζαν την κυκλοφορία. Δυο μοτοσικλετιστές άνοιγαν δρόμο μπροστά από το τεράστιο πανό της κεφαλής των οργανωτών. Ως πριν από λίγο καιρό, άνοιγαν κεφάλια. Εκείνη τη στιγμή «διευκόλυναν κάποιους πολίτες να εκφράσουν την αντίθεσή τους σε κάποια κυβερνητική επιλογή»! Η έννοια της λέξης «διαδήλωση», όπως την ήξεραν οι Έλληνες, είχε ξεφτιλιστεί με μια μονοκοντυλιά.
Η άνοδος των σοσιαλιστών στην εξουσία συνοδεύτηκε με έμπρακτους περιορισμούς στην αστυνόμευση της γνώμης, μεγαλύτερη ελευθερία στην έκφραση και διευκόλυνση της συνδικαλιστικής δράσης. Τα πράγματα οδηγήθηκαν σε αυτό που ο λαός περιέγραψε με τη φράση «επί ΝΔ υπήρχε αυταρχικό κράτος, επί ΠΑΣΟΚ δεν υπάρχει κράτος». Αποτέλεσμα ήταν να θεσπιστεί το περιβόητο «άρθρο 4» που έβαζε περιορισμούς στη λήψη αποφάσεων για απεργία (3 Ιουνίου 1983). Καταργήθηκε στην πράξη από τους συνδικαλιστές, καταργήθηκε και τυπικά μερικά χρόνια αργότερα (22 Οκτωβρίου του 1987). Με νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή (30 Απριλίου του 1983), αναγνωρίστηκε η εθνική αντίσταση, ενώ τα μέτρα συμφιλίωσης επέτρεψαν στον εξόριστο στη Σοβιετική Ένωση αρχηγό του Δημοκρατικού Στρατού Μάρκο Βαφειάδη να επιστρέψει στην Ελλάδα (26 Μαρτίου του 1983), όπως και άλλοι κομμουνιστές που είχαν καταφύγει στις σοσιαλιστικές χώρες.
Η κυβέρνηση επιδίωξε να τονώσει την οικονομία με την ενίσχυση του συνεταιριστικού κινήματος τόσο στον αγροτικό τομέα όσο και στον χώρο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Μάλλον δεν τα κατάφερε, παρά την υπέρμετρη χρηματοδότηση. Ο κηρυγμένος εναντίον της ΕΟΚ Ανδρέας Παπανδρέου βρέθηκε να προεδρεύει το δεύτερο εξάμηνο του 1983, ενώ η Κοινότητα για μια στιγμή έφτασε στα πρόθυρα της διάλυσης. Ο Έλληνας πρωθυπουργός μιλούσε για την επερχόμενη πάλη Βορρά Νότου (πλούσιων και φτωχών χωρών) και για την ανάγκη να ανταποκριθεί η Ευρώπη στην τεχνολογική πρόκληση.
Στη Βόρεια Κύπρο, ο Ραούφ Ντενκτάς είχε από χρόνια αναδειχθεί ηγέτης των Τουρκοκυπρίων και διαπραγματευτής. Στις 15 Νοεμβρίου του 1983, συγκάλεσε τη «συνέλευση της τουρκικής ομόσπονδης πολιτείας της Κύπρου», η οποία «στα πλαίσια του δικαιώματος του τουρκοκυπριακού λαού για αυτοδιάθεση» ανακήρυξε την ανεξάρτητη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου», το γνωστό «ψευδοκράτος του Ντενκτάς». Η ελληνική και ελληνοκυπριακή άμεση κινητοποίηση απέφερε την καταδίκη της ενέργειας από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ (18 Νοεμβρίου), που ζήτησε την άμεση ανάκληση της απόφασης ως άκυρης και αντιβαίνουσας στις συνθήκες Ζυρίχης και Λονδίνου. Η Τουρκία, όμως, έσπευσε να αναγνωρίσει την ύπαρξη του «νέου κράτους».
Οι επόμενες εκλογές έγιναν στις 2 Ιουνίου του 1985 κι έδωσαν στο ΠΑΣΟΚ (που υποσχόταν «ακόμα καλύτερες ημέρες») 45,82% και 161 έδρες, στη ΝΔ 40,85% και 126 έδρες, στο ΚΚΕ 9,89% και δώδεκα έδρες και στο ΚΚΕ εσ. 1,84% και μια έδρα.
Η νέα ελληνοτουρκική ένταση σημειώθηκε άγρια το 1987, όταν το τουρκικό πλοίο, «Σισμίκ», διατάχθηκε να κάνει γεωλογικές έρευνες σε ελληνικά νερά που η Τουρκία κήρυξε «αμφισβητούμενα» (20 - 29 Μαρτίου). Όταν ο Οζάλ κατάλαβε ότι η τακτική του οδηγούσε σε πολεμική αναμέτρηση, απέσυρε το πλοίο και δήλωσε ότι δε θα ξαναγίνουν έρευνες σε «αμφισβητούμενη περιφέρεια». Μεσολάβησε ένα διάστημα ηρεμίας με την Τουρκία και έντασης στο εσωτερικό της χώρας.
Πρώτη αφορμή στάθηκε η άρση της εμπόλεμης κατάστασης με την Αλβανία (29 Αυγούστου 1987), που εκκρεμούσε από την εποχή του ελληνοϊταλικού πολέμου. Η ΝΔ ξεσηκώθηκε με το επιχείρημα ότι απεμπολούνται τα δίκαια του βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού, ενώ η κυβέρνηση απάντησε ότι αντίθετα έτσι προστατεύονται. Η δεύτερη αφορμή ήταν ενδοκυβερνητική: Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Κώστας Σημίτης παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενος (25 Νοεμβρίου του 1987) ότι η κυβερνητική απόφαση να δοθεί ΑΤΑ τον επόμενο Ιανουάριο δυναμίτιζε τις προσπάθειες δύο χρόνων για ανόρθωση της οικονομίας.
Η στροφή του Ανδρέα Παπανδρέου προς την Ευρώπη επισημοποιήθηκε με την είσοδο του 1988. Στις 2 Ιανουαρίου, δήλωσε ότι «η θέση της Ελλάδας είναι στην ΕΟΚ». Στα τέλη του μήνα, βρισκόταν στο Νταβός της Ελβετίας, όπου πήγε και ο Τούρκος ομόλογός του, Οζάλ. Η συνάντηση έγινε στις 30 Ιανουαρίου και κράτησε ασυνήθιστα πολλές ώρες. Στις 2 Φεβρουαρίου, ανακοινωνόταν η απόφαση των δύο χωρών για «μη πόλεμο».
Το δεύτερο εξάμηνο του 1988 ήταν πάλι η σειρά της Ελλάδας για την προεδρία στην ΕΟΚ. Όμως, ο Έλληνας πρωθυπουργός παρουσίαζε μεγάλα προβλήματα υγείας. Προβλήματα παρουσίαζε και η συνοχή της ΕΟΚ. Από το αγγλικό νοσοκομείο του Χέρφιλντ, όπου είχε εισαχθεί, ο Ανδρέας Παπανδρέου έκανε δριμύτατες δηλώσεις εναντίον της πρωθυπουργού της Βρετανίας, Θάτσερ. Στις 29 Σεπτεμβρίου, εγχειρίστηκε. Επέστρεψε στην Ελλάδα στις 23 Οκτωβρίου, συνοδευόμενος από τη μετέπειτα σύζυγό του, Δήμητρα Λιάνη.
Τις χρονιές 1989 – 90 η χώρα συνταράχθηκε από τον «κουτσονόμο» και το σκάνδαλο Κοσκωτά. Μέσα σε κλίμα αντεγκλήσεων και αλληλοκατηγοριών και μέσα στο πλήθος των κομμάτων, που διεκδίκησαν την ψήφο του ελληνικού λαού, ξεχώρισαν οι πολιτικές δυνάμεις της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, του Συνασπισμού που προήλθε από τη συνεργασία του ΚΚΕ με τα άλλα κόμματα και κινήσεις της Αριστεράς, της ΔΗΑΝΑ (Δημοκρατική Ανανέωση) που προήλθε από διάσπαση της ΝΔ υπό τον Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο και των Οικολόγων Εναλλακτικών που προήλθε από συνεργασία αριστερών συσπειρώσεων με την ομοσπονδία οικολόγων.
Το κύριο δίλημμα, στο οποίο ο λαός θα έπρεπε να απαντήσει με την ψήφο του, ήταν αν τον πιο πρόσφορο τρόπο για να εξαγοραστεί ένας πρωθυπουργός (ο Ανδρέας Παπανδρέου στην προκειμένη περίπτωση) αποτελούσε η μεταφορά πεντοχίλιαρων σε μια κούτα για «πάνες βρακάκια» μωρών. Κι αν αυτή η κούτα ήταν δυνατό να χωρέσει τα όσα εκατομμύρια δραχμές λεγόταν ότι αριθμούσε η εξαγορά.
Οι πρώτες εκλογές έγιναν στις 18 Ιουνίου του 1989 και δεν αναδείξανε νικητή: Η ΝΔ κέρδισε το 44,37% των ψήφων και 144 έδρες, το ΠΑΣΟΚ 39,10% και 125 έδρες, ο Συνασπισμός 13,01% και 29 έδρες και η ΔΗΑΝΑ 1,01% και μια έδρα. Με αιτιολογία την κάθαρση, ΝΔ και Συνασπισμός συγκυβέρνησαν με πρωθυπουργό τον Τζαννή Τζαννετάκη ως τον Νοέμβριο, οπότε ξανάγιναν εκλογές. Το αποτέλεσμα της κάλπης (5 Νοεμβρίου του 1989) έδωσε στη ΝΔ 46,19% και 148 έδρες, στο ΠΑΣΟΚ 40,67% και 128 έδρες, στον Συνασπισμό 10,97% και 21 έδρες, ενώ η ΔΗΑΝΑ δεν εξέλεξε βουλευτή. Στο κοινοβούλιο μπήκαν για πρώτη φορά οι Οικολόγοι Εναλλακτικοί με 0,58% και μια έδρα. Συμφωνήθηκε Οικουμενική κυβέρνηση, στηριγμένη στα τρία κόμματα με πρωθυπουργό τον οικονομολόγο Ξενοφώντα Ζολώτα και αξιωματική αντιπολίτευση τη μοναδική βουλευτίνα των οικολόγων! Έζησε πέντε μήνες και τρεις μέρες.
Η έντονη κομματική αντιπαράθεση συνεχίστηκε και στις αρχές της επόμενης χρονιάς. Η τελική αναμέτρηση (8 Απριλίου του 1990) έδωσε στη ΝΔ 46,19% και 150 έδρες, στο ΠΑΣΟΚ 38,62% και 123 έδρες, στον Συνασπισμό 10,28% και 19 έδρες, στους Οικολόγους 0,77% και μια έδρα, στη ΔΗΑΝΑ 0,67% και μια έδρα (του Θόδωρου Κατσίκη), στους μουσουλμάνους δυο και στους ανεξαρτήτους των μονοεδρικών τέσσερις έδρες: Προέρχονταν από τη συνεργασία ΠΑΣΟΚ και Συνασπισμού στις μονοεδρικές περιφέρειες και μοιράστηκαν ανά δύο. Ο Θ. Κατσίκης προσχώρησε στη ΝΔ κι ο χάρτης άλλαξε: ΝΔ 151, ΠΑΣΟΚ 125, Συνασπισμός 21, μουσουλμάνοι 2, οικολόγοι 1. Η ΝΔ έγινε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Πρώτη της ενέργεια ήταν να επανεκλέξει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή πρόεδρο της Δημοκρατίας με περιορισμένες από την αναθεώρηση του 1985 αρμοδιότητες. Η πολύκροτη δίκη της «κάθαρσης» έληξε με μοναδικό «ένοχο» τον Δημήτρη Τσοβόλα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου αθωώθηκε πανηγυρικά. Κι όχι μόνο.
Στις νέες εκλογές (10 Οκτωβρίου του 1993), το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου πέτυχε άνετη νίκη. Η Ελλάδα ξαναβρέθηκε στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (α’ εξάμηνο του 1994) κι εργάστηκε για τη διεύρυνσή της: Οι τρεις σκανδιναβικές χώρες (Φιλανδία, Σουηδία, Νορβηγία) και η Αυστρία έγιναν τα νέα μέλη της (η Νορβηγία αποχώρησε). Από την 1η Ιανουαρίου 1995, η «Ευρώπη των 15» ήταν γεγονός.
Στις 20 Νοεμβρίου 1995, ο Ανδρέας Παπανδρέου μπήκε σε νοσοκομείο με σοβαρά προβλήματα υγείας. Παραιτήθηκε από πρωθυπουργός παραμένοντας πρόεδρος του κόμματός του. Στις 18 Ιανουαρίου του 1996, η κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ εξέλεξε νέο πρωθυπουργό τον κυριότερο αμφισβητία της ως τότε κυβερνητικής πολιτικής, τον Κώστα Σημίτη.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου πέθανε τα ξημερώματα 23 Ιουνίου 1996, λίγα εικοσιτετράωρα πριν από το κρίσιμο συνέδριο του κινήματος. Ο θάνατός του ανέδειξε τον Κώστα Σημίτη και πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ.
(Έθνος της Κυριακής, 2001 – 2002) (τελευταία επεξεργασία, 17.7.2011)