Έκταση: 4.441 τ. χλμ. Κάτοικοι: 178.900
Η Φθιώτιδα ορίζεται από τους νομούς Αιτωλοακαρνανίας, Φωκίδας, Βοιωτίας, Ευρυτανίας, Λαρίσης και Μαγνησίας. Βρέχεται από τον Βόρειο Ευβοϊκό, τον Μαλιακό και τον δίαυλο των Ωρεών. Ακραία όρια των ακτών του είναι ο όρμος Σκορπονέρι και το ακρωτήριο Σταυρός.
Περισσότερο ορεινός παρουσιάζεται ο νομός στις επαρχίες Φθιώτιδας και Λοκρίδας και λιγότερο στην επαρχία Δομοκού. Οι πεδινές περιοχές εκτείνονται κυρίως στο νοτιοδυτικό άκρο της επαρχίας Δομοκού και στο κέντρο του νομού, όπου βρίσκεται η λεκάνη του Σπερχειού που διευρύνεται προς τις ακτές του Μαλιακού κόλπου. Η επαρχία Δομοκού είναι πεδινή και βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της, ως προέκταση του κάμπου της Καρδίτσας. Στο έδαφός της σχηματίζονται οι λεκάνες της αποξηραμένης λίμνης Ξυνιάδας και της Μελιτείας.
Η πεδιάδα του Σπερχειού περιβάλλεται από την Όθρη, τα Βαρδούσια, την Οίτη και τον Τυμφρηστό. Ο χαμηλός αυχένας του Λιανοκλαδίου τη χωρίζει στα δύο: στη χαμηλή πεδιάδα της Λαμίας και στην ψηλότερη της Υπάτης.
Το όρος Οξιά (1.926 μ.) ορθώνεται στα σύνορα του νομού με την Ευρυτανία και την επαρχία Ναυπακτίας. Στο νότο υψώνονται οι κορυφές Καταβόθρα (2.116 μ.) και Πύργος (2.152 μ.) της Οίτης, Ελαφοβούνι (1.162 μ.), Ψηλή Ράχη και οι δυτικές πλαγιές του Καλλιδρόμου. Το όρος Καλλίδρομο χωρίζεται από την Οίτη με το φαράγγι του Ασωπού (Καρβουναριά), εκτείνεται στο έδαφος της Λοκρίδας και συνεχίζεται στις δύο παράλληλες οροσειρές των Λοκρικών ορέων. Οι προεκτάσεις του Παρνασσού με τις κορυφές Λιάκουρα (2.457 μ.), Κορυφή (2.245 μ.) και Κούκος (2.112 μ.) δεσπόζουν στην κοιλάδα του Βοιωτικού Κηφισού στο νοτιοδυτικό τμήμα της Λοκρίδας.
Στην επαρχία Δομοκού, το έδαφος παρουσιάζει κλίση προς τον βορρά, τα νερά ρέουν προς τη Θεσσαλία και συγκεντρώνονται στον Πηνειό. Αντίθετα, τα νερά των επαρχιών Φθιώτιδας και Λοκρίδας παροχετεύονται στον Μαλιακό κόλπο και στον Βόρειο Ευβοϊκό. Αυτό συμβαίνει στην Φωκίδα μέσω του Σπερχειού (όπου συμβάλλουν ο Γοργοπόταμος, ο Μέλας, ο Ασωπός και άλλοι μικρότεροι ποταμοί), και στη Λοκρίδα με τον Βοιωτικό Κηφισό και με τους μικρούς ποταμούς Πλατανιά και Διπόταμο. Ο Βοιωτικός Κηφισός πηγάζει από τις βόρειες υπώρειες του Παρνασσού, διασχίζει την πεδιάδα της Ελάτειας και εισέρχεται στο έδαφος της Βοιωτίας.
Το κλίμα του νομού είναι εύκρατο στα παράλια, ηπειρωτικό στα μεσόγεια και ψυχρό στα ορεινά. Η περιοχή προσβάλλεται από σεισμούς που έχουν τις εστίες τους στα ρήγματα Αταλάντης – Ευρίπου και Λαμίας – Τρικερίου.
Τα σπουδαιότερα προϊόντα του νομού είναι τα σιτηρά, ο καπνός, το βαμβάκι, το λάδι, η ξυλεία, τα κτηνοτροφικά και τα μεταλλεύματα. Ορυκτός πλούτος υπάρχει: βωξίτης στο όρος Χλωμόν, λιγνίτης στο Ζέλι, χαλκός στο Λιμογάρδι, λευκόλιθος στο Μεγάλο Πλάτανο κ.α.
Η βιομηχανία ασχολείται στην εκκόκκιση του βαμβακιού και στην παραγωγή υποπροϊόντων του. Λειτουργούν επίσης ορυζόμυλοι, αλευρόμυλοι, εργοστάσια ζυμαρικών και ειδών ζαχαροπλαστικής. Η Στυλίδα, επίνειο της Λαμίας, είναι από τα σπουδαιότερα αλιευτικά κέντρα της Στερεάς.
Στη Φθιώτιδα υπάρχουν και ιαματικές πηγές όπως των Καμένων Βούρλων της Υπάτης κ.α.,
ενώ λειτουργούν άψογα οργανωμένες τουριστικές εγκαταστάσεις. Τα χιονισμένα τοπία και τα χιονοδρομικά κέντρα το χειμώνα, οι ερημικές παραλίες και τα θαλάσσια θέρετρα αποτελούν πόλο έλξης για χιλιάδες εκδρομείς.
Τοποθεσίες όπως η Αλαμάνα, οι Θερμοπύλες και ο Γοργοπόταμος, ξυπνούν στη μνήμη ηρωικές στιγμές της ιστορίας μας.
Ο πληθυσμός του νομού ανέρχεται σε 178.896 κατοίκους, σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2001. Σημείωσε αύξηση 4,5% σε σχέση με την απογραφή του 1991. Ωστόσο, με βάση στοιχεία του 1997 και 1998, παρουσίαζε ισχυρή τάση φυσικής μείωσης του πληθυσμού. Την ίδια περίοδο η αναλογία μαθητών του Δημοτικού ήταν 47 παιδιά σε κάθε 1.000 κατοίκους, έναντι 61 για τον μέσο όρο της χώρας.
Με δηλωθέν εισόδημα 2.934,70 ευρώ ανά κάτοικο το 1999 και καταθέσεις 3.521,64 ευρώ επίσης ανά κάτοικο, αναλογούσε στον καθένα φόρος εισοδήματος ύψους 181,95 ευρώ. Ο νομός έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά νοικοκυριών με ιδιόκτητη κατοικία. Το 2000 ήταν η πρώτη σε παραγωγή τομάτας περιοχή, η τρίτη στην παραγωγή καπνού, η τέταρτη στην παραγωγή ρυζιού, η πέμπτη στην παραγωγή βαμβακιού και σιταριού.
Η ιστορία της Φθιώτιδας
Οι περιπέτειες του Πηλέα:
Ο Πηλέας ήταν εγγονός του Δία και της Αίγινας, γιος του Αιακού. Συνωμότησε με τον αδελφό του, Τελαμώνα, και σκότωσαν τον χαϊδεμένο του πατέρα τους, Φώκο. Η συνωμοσία τους αποκαλύφθηκε κι ο Αιακός τους έδιωξε από το νησί του.
Μετά από μεγάλη περιπλάνηση, ο Πηλέας έφτασε στη Φθία, πόλη που έδωσε το όνομά της στη Φθιώτιδα. Την είχε από παλιά ιδρύσει ο Πελασγός Φθίος, γιος του θεού Ποσειδώνα και της Λάρισας. Ο εκεί βασιλιάς, Ευρυτίων, τον εξάγνισε από τον φόνο, του παραχώρησε το ένα τρίτο της επικράτειάς του και του έδωσε σύζυγο την κόρη του, Αντιγόνη. Απέκτησαν κόρη, την Πολυδώρα.
Κάποια στιγμή, απεσταλμένοι από την Καλυδώνα έφτασαν στα μέρη της Φθίας αναζητώντας ήρωες που θα ήθελαν να μετάσχουν στο κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου. Ο Ευρυτίων και ο Πηλέας έσπευσαν στην περιπέτεια. Για κακή του τύχη, ο Πηλέας σκότωσε κατά λάθος τον πεθερό του. Δεν μπορούσε να γυρίσει στη Φθία. Κατέφυγε στην Ιωλκό, όπου τον εξάγνισε ο εκεί βασιλιάς, Άκαστος.
Ο Πηλέας αποφάσισε να μείνει στη φιλόξενη πόλη αλλά πάλι στάθηκε άτυχος. Αυτή τη φορά, τον ερωτεύτηκε η γυναίκα του Άκαστου, βασίλισσα Αστυδάμεια. Όσο ο Πηλέας απέκρουε τον έρωτά της, τόσο η Αστυδάμεια τον ποθούσε πιο πολύ.
Η βασίλισσα υπέθεσε ότι ο Πηλέας απλά ήθελε να μείνει πιστός στη γυναίκα του. Έπιασε και της έγραψε ότι ο άνδρας της ετοιμαζόταν να παντρευτεί την βασιλοπούλα, Στερόπη. Όπως το είχε υποθέσει, η Αντιγόνη που παρέμενε στη Φθία περιμένοντάς τον, απελπίστηκε και πήγε και κρεμάστηκε. Η Αστυδάμεια ξανάκανε προτάσεις στον Πηλέα. Αυτός όμως και πάλι την απέκρουσε καθώς χρωστούσε στον βασιλιά και τον εξαγνισμό και τη φιλοξενία του. Έξαλλη η Αστυδάμεια, έπιασε τον άνδρα της και του είπε ότι ο Πηλέας την πολιορκούσε ερωτικά. Ο Άκαστος την πίστεψε. Δεν μπορούσε όμως να βάψει τα χέρια του με το αίμα ενός που ο ίδιος είχε εξαγνίσει από άλλο φόνο. Σκέφτηκε να τον παγιδέψει.
Οργανώθηκε κυνήγι στο Πήλιο και διαγωνισμός. Νικητής θα έβγαινε, όποιος σκότωνε τα πιο πολλά θηρία. Οι κυνηγοί σκόρπισαν. Καθένας που σκότωνε κάποιο θηρίο, έβαζε τους δούλους του να το κουβαλάνε για να έχει να το επιδείξει ως απόδειξη. Ο Πηλέας απλά έκοβε τις γλώσσες των αγριμιών και τις έβαζε σ’ ένα σάκο. Σκότωσε πολλά θηρία. Τα έβρισκαν οι άλλοι κυνηγοί και τα έπαιρναν μαζί τους, δήθεν ότι αυτοί τα σκότωσαν.
Την καθορισμένη ώρα, συγκεντρώθηκαν όλοι κι άρχισαν το μέτρημα. Κορόιδευαν τον Πηλέα ότι δεν είχε τίποτα να επιδείξει. Αυτός άδειασε τον γεμάτο γλώσσες σάκο του. Αναγκαστικά, ο Άκαστος αφαίρεσε από τους άλλους κυνηγούς, όσα θηρία δεν είχαν γλώσσα. Ο Πηλέας αναδείχτηκε νικητής. Έπεσε σε μιαν άκρη να κοιμηθεί.
Αυτό περίμενε ο Άκαστος. Όσο ο Πηλέας κοιμόταν, έκλεψε τα όπλα του και τα έκρυψε. Όταν ο ήρωας ξύπνησε, διαπίστωσε ότι ήταν περικυκλωμένος από κενταύρους και άοπλος. Για καλή του τύχη, βρέθηκε εκεί και ο κένταυρος Χείρων, τελείως διαφορετικός από τους αιμοβόρους ομοίους του. Βρήκε τα κλεμμένα όπλα και τα έδωσε στον Πηλέα. Ο ήρωας σώθηκε. Κατάλαβε την παγίδα. Οργάνωσε εκστρατεία εναντίον της Ιωλκού, πήρε την πόλη, συνέλαβε την Αστυδάμεια και τη σκότωσε. Μετά, παρέδωσε την Ιωλκό στους Θεσσαλούς και γύρισε στη Φθία, όπου έγινε βασιλιάς.
Πηλέας και Θέτιδα:
Ψηλά στον Όλυμπο, ο Δίας και ο Ποσειδών μάλωναν για την καρδιά της Θέτιδας που όμως δεν ήθελε κανέναν απ’ τους δυο. Ήταν η πιο όμορφη από τις πενήντα κόρες του Νηρέα και αδελφή της Ψαμμάθης, της Νηρηίδας εκείνης που ο Αιακός είχε κατακτήσει κι είχε μαζί της αποκτήσει τον Φώκο. Την έβγαλε από τον διπλό μπελά η Θέμιδα που προφήτεψε ότι το παιδί που θα γεννούσε η Θέτιδα, θα γινόταν πιο άξιο από τον πατέρα του. Δίας και Ποσειδών έκαναν πίσω. Και συμφώνησαν να βρουν τρόπο να την παντρέψουν με θνητό. Δεν ήταν δύσκολο.
Για γαμπρός, διαλέχτηκε ο Πηλέας. Μια νύχτα με φεγγάρι, ο ήρωας δεν είχε ύπνο. Βγήκε για μια βόλτα στην ακρογιαλιά. Είδε τις Νηρηίδες να χορεύουν κι έμεινε να τις θαυμάζει. Η ματιά του έπεσε στη Θέτιδα. Την ερωτεύτηκε αμέσως και τον έπιασε μαύρη απελπισία. Θνητός αυτός, δεν μπορούσε να φανταστεί τρόπο να κατακτήσει μια θεά. Κατέφυγε στα φώτα του κένταυρου Χείρωνα.
Ο σοφός κένταυρος του είπε ότι αρκούσε να στήσει καρτέρι στην παραλία και να χιμήξει να την αρπάξει. Έπρεπε όμως να την κρατά σφιχτά, μη και η Θέτιδα του ξεφύγει. Και να μη φοβηθεί, όποια μορφή κι αν έπαιρνε η θεά, καθώς ήταν γνωστό πως είχε το χάρισμα να μεταμορφώνεται όποτε ήθελε σε ό,τι ήθελε.
Ο Πηλέας περίμενε την επόμενη πανσέληνο οπότε πήγε στην ακρογιαλιά και κρύφτηκε πίσω από ένα βράχο. Οι Νηρηίδες ήρθαν στην ώρα τους και το έριξαν στον χορό. Την κατάλληλη στιγμή, ο Πηλέας όρμησε κι άρπαξε σφιχτά τη Θέτιδα, αιφνιδιάζοντάς την. Η θεά προσπάθησε να του ξεφύγει. Μάταια. Άρχισε να μεταμορφώνεται σε θηρία, σε φίδια, σε πουλιά. Άδικος κόπος. Ο Πηλέας την είχε σφιχταγκαλιάσει και με τίποτα δεν άφηνε να του ξεφύγει. Απόκανε η Θέτιδα, κατάλαβε ότι ήταν στη μέση θεϊκή παλιοδουλειά κι εγκατέλειψε τον αγώνα. Ο Πηλέας την πήρε. Η Θέτιδα δεν επρόκειτο να του μιλήσει ποτέ. Όσο κράτησε η σχέση τους, έμεινε με το στόμα κλειστό.
Ο γάμος και το μήλο:
Η σχέση ανάμεσα στον Πηλέα και την Θέτιδα έπρεπε να επισημοποιηθεί. Στον γάμο που οργανώθηκε στο Πήλιο, προσκλήθηκαν όλοι οι θεοί εκτός από την Έριδα, με την οποία κανένας δεν ήθελε να έχει πάρε δώσε. Φυσικά και θύμωσε εκείνη. Πάνω που το γλέντι είχε ανάψει, η Έριδα πέταξε ανάμεσα στους θεούς ένα μήλο που πάνω του είχε την επιγραφή «Τη καλλίστη» (Στην ωραιότατη). Χίμηξαν να το πάρουν η Ήρα, η Αθηνά και η Αφροδίτη, καθεμιά για λογαριασμό της και κόντεψαν να μαλλιοτραβηχτούν. Το γλέντι χάλασε. Μπήκε στη μέση ο Δίας και πρότεινε το θέμα να πάει στη διαιτησία. Δημιουργήθηκαν έτσι τα πρώτα καλλιστεία.
Με εντολή του Δία, ο Ερμής παρέλαβε τις τρεις θεές και τις πήγε στην ασιατική Ίδη, το βουνό όπου ο Πάρις, ο γιος του βασιλιά Πριάμου, έβοσκε τα βασιλικά κοπάδια. Το βασιλόπουλο τις είδε και το έβαλε στα πόδια. Τον πρόφτασε ο Ερμής και του είπε πως θέληση του Δία ήταν να διαλέξει εκείνη που θεωρούσε πιο ωραία. Τα πρώτα στον κόσμο καλλιστεία εξελίχθηκαν και στα πρώτα σικέ καλλιστεία.
Ο Πάρις τις είδε όλες μαζί και μια μια χωριστά και δεν ήξερε ποια να πρωτοδιαλέξει. Οι θεές άρχισαν τις δωροδοκίες: «Αν διαλέξεις εμένα, θα σε κάνω αφέντη όλου του κόσμου, Ασίας κι Ευρώπης», του υποσχέθηκε η Ήρα. «Αν πεις ότι εγώ είμαι η πιο ωραία, θα σε κάνω ατρόμητο πολεμιστή», του πρότεινε η Αθηνά. «Αν αποφασίσεις ότι εγώ είμαι η πιο όμορφη, θα σου δώσω γυναίκα την πιο ωραία της οικουμένης», τον ξελόγιασε η Αφροδίτη.
Ο Πάρις ήταν ακόμα νεαρός. Έτσι κι αλλιώς, η πρόταση της Αθηνάς ήταν η χειρότερη. Της Ήρας τον τρόμαξε. Και της Αφροδίτης, έτσι που περιπλανιόταν μόνος κι έρημος στα βουνά με τα κοπάδια του, τον έθελξε. Έδωσε το μήλο στη θεά του έρωτα. Ούτε που ήξερε σε τι μπελάδες έβαζε τον κόσμο όλο με την απόφασή του, ούτε που κατάλαβε ότι είχε κάνει εχθρές του τη σύζυγο και την κόρη του αρχηγού των θεών.
Η πιο όμορφη θνητή ήταν η Ωραία Ελένη και είχε παντρευτεί τον Μενέλαο, τον αδελφό του πιο ισχυρού βασιλιά θνητών, Αγαμέμνονα. Η Αφροδίτη έμελλε να τον βοηθήσει να την κλέψει. Κι αυτό έμελλε να γίνει αφορμή του πρώτου μεγάλου πολέμου: Του Τρωικού. Όλα αυτά όμως θ’ αργούσαν. Για την ώρα, ο Πηλέας και η Θέτιδα γύρισαν στο παλάτι τους, στη Φθία.
Το τέλος του Πηλέα:
Από την ένωση του Πηλέα με τη Θέτιδα προέκυψε ο Αχιλλέας. Η Θέτιδα άλειφε τη μέρα το μωρό με αμβροσία και τη νύχτα το έπιανε από τη φτέρνα και το βουτούσε στη φωτιά, να κάψει τα θνητά του σημεία και να τον κάνει αθάνατο. Όταν ο Αχιλλέας θα μεγάλωνε, θα είχε μόνο ένα θνητό σημείο: Τη φτέρνα του απ’ όπου η Θέτιδα τον κρατούσε και που γι’ αυτό δεν είχε δεχτεί την επίδραση της μαγικής φωτιάς. Κι από «τότε» έμεινε να ονομάζεται «αχίλλειος πτέρνα» το αδύνατο σημείο κάθε ανθρώπου.
Κάποια νύχτα, ο Πηλέας πάλι δεν είχε ύπνο. Αναζήτησε την Θέτιδα. Την βρήκε να κρατά τον γιο του ανάποδα από την φτέρνα και να τον βουτά στη μαγική φωτιά. Τρελάθηκε. Τις έβαλε άγριες φωνές, νομίζοντας ότι η θεά ήθελε να σκοτώσει το μωρό. Δεν την ξαναείδε. Η Θέτιδα τον παράτησε και γύρισε στις αδελφές στα βάθη των θαλασσών.
Ο Πηλέας συνέχισε να βασιλεύει μόνος του. Μετείχε και στην Αργοναυτική εκστρατεία και το έριξε στους αγώνες. Νίκησε σε πολλούς. Κάποια στιγμή, ήρθε στην αυλή του ο Μενοίτιος, συγγενής από τη μεριά της μάνας του. Έφερνε τον γιο του, Πάτροκλο, που πάνω στο παιχνίδι είχε σκοτώσει ένα φίλο του. Ο Πηλέας κράτησε κοντά του τον Πάτροκλο και τον ανέθρεψε μαζί με τον γιο του, Αχιλλέα. Τα δυο παιδιά έγινα φίλοι αχώριστοι.
Έφυγαν μαζί στην Τροία από όπου δεν επρόκειτο να γυρίσουν. Στα γεράματά του, ο Πηλέας έμεινε μόνος, χωρίς γυναίκα και παιδί. Και κατέφθασαν οι γιοι του Άκαστου και τον ανέτρεψαν παίρνοντας πίσω την πατρική εξουσία. Ο Πηλέας πήρε τον δρόμο της ξενιτιάς. Πέθανε στο νησί Ίκος, την Αλόννησο όπως το λέμε σήμερα.
Ο ατρόμητος Αχιλλέας:
Όταν τον εγκατέλειψε η Θέτιδα, ο Πηλέας πήρε τον γιο του, Αχιλλέα, και τον παρέδωσε στον κένταυρο Χείρωνα να τον αναθρέψει. Ο σοφός κένταυρος τον τάιζε μυαλά άγριων θηρίων και όλη μέρα τον είχε να γυμνάζεται παλεύοντας με λιοντάρια κι αγριογούρουνα. Έφτασε στιγμή που ο μικρός Αχιλλέας τα κυνηγούσε χωρίς όπλα και χωρίς τη βοήθεια κυνηγετικών σκυλιών. Έτρεχε πιο γρήγορα από τα θηράματά του, τα προλάβαινε και τα έριχνε κάτω. Στην πάλη που ακολουθούσε, τα ζωντανά δεν είχαν καμιά τύχη. Τον ίδιο καιρό, ο ήρωας έμαθε να πολεμά είτε με άρμα είτε πεζός και ήταν ανίκητος στη μάχη.
Παρ’ όλα αυτά, όταν έγινε παλικάρι, η μητέρα του συμφώνησε με τον Λυκομήδη της Σκύρου κι έκρυψε τον Αχιλλέα στον γυναικωνίτη του, για να μην τον βρουν οι Αχαιοί και τον πάρουν μαζί τους στην Τροία. Το μόνο αποτέλεσμα ήταν να αποκτήσει ο ήρωας ερωτικές σχέσεις με την Δηιδάμεια, την κόρη του Λυκομήδη, που του χάρισε γιο, τον Νεοπτόλεμο. Επειδή, όταν ήταν να ξεκινήσει η εκστρατεία στην Τροία, ο Οδυσσέας έφτασε στη Σκύρο και τον ξετρύπωσε.
Μια άλλη εκδοχή αναφέρει ότι ο Αχιλλέας βρέθηκε στη Σκύρο ως κατακτητής κι όχι για να κρυφτεί ανάμεσα στα κορίτσια της αυλής. Ήταν τότε που οι Αχαιοί ξεκίνησαν για την Τροία αλλά βρέθηκαν στη Μυσία και ξαναγύρισαν πίσω. Η φουρτούνα έριξε τα πλοία του στη Σκύρο και καθώς ήταν νύχτα, ο Αχιλλέας δεν ήξερε πού βρισκόταν. Αγρίεψαν και οι ντόπιοι κι έγινε μάχη. Νίκησαν ο Αχιλλέας κι οι δικοί του. Όταν ξημέρωσε, ντόπιοι και νεοφερμένοι έδωσαν μεταξύ τους εξηγήσεις, λύθηκαν οι παρεξηγήσεις και, ως επισφράγιση της φιλίας, ο Λυκομήδης πρόσφερε στον Αχιλλέα σύζυγο την κόρη του, Δηιδάμεια, από την οποία ο ήρωας απέκτησε τον Νεοπτόλεμο.
Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή και πριν να γίνει η «απόβαση στη Σκύρο», ο Οδυσσέας έφτασε κάποια στιγμή στη Φθία, βρήκε τον Αχιλλέα και τον Πάτροκλο, τους είπε για την εκστρατεία που ετοιμαζόταν εναντίον της Τροίας και τους πήρε μαζί του καθώς δεν χρειάστηκε ιδιαίτερη προσπάθεια για να τους πείσει.
Η ομηρική Ιλιάδα περιγράφει τα αναρίθμητα κατορθώματα του Αχιλλέα στην Τροία, ώσπου, τον δέκατο χρόνο της πολιορκίας, τσακώθηκε άγρια με τον Αγαμέμνονα κι αποσύρθηκε. Ο θυμός αυτός (η μήνις) είναι και το θέμα του έπους. Με τους Τρώες να επωφελούνται από την απουσία του ήρωα και να πετσοκόβουν τους Αχαιούς, ώσπου ο Πάτροκλος ζήτησε και πήρε την πανοπλία του Αχιλλέα και βγήκε να εμψυχώσει τους πολιορκητές.
Ο γιος του βασιλιά της Τροίας, Πρίαμου, ο άξιος Έκτορας, σκότωσε τον Πάτροκλο κι έγινε αιτία να ξεχάσει ο Αχιλλέας τον τσακωμό με τον Αγαμέμνονα, να βγει στη μάχη, κυριολεκτικά να θερίσει τους Τρώες. Ανάμεσα στα θύματα της εκδικητικής οργής του ήταν κι ο ίδιος ο Έκτορας, του οποίου το κουφάρι έδεσε πίσω από το άρμα του και το τριγύριζε σέρνοντάς το έξω από τα τείχη της Τροίας. Όταν για τα καλά ξεθύμανε, οργάνωσε αγώνες προς τιμή του Πάτροκλου κι επέστρεψε το πτώμα του Έκτορα στον ικέτη πατέρα του, Πρίαμο.
Η Ιλιάδα δεν αναφέρεται στον θάνατο του Αχιλλέα. Η μυθολογία διέσωσε ότι ο Απόλλων οδήγησε το χέρι του Πάρι να σημαδέψει στη θνητή του φτέρνα. Το βέλος από το τόξο του Πάρι ήταν θανάσιμο. Τον Αχιλλέα έκλαψαν οι Νηρηίδες, τον έκλαψαν και οι Αχαιοί. Βρέθηκε στο νησί των Μακάρων, κοντά στον ήδη νεκρό πατέρα του.
Ο φοβερός Νεοπτόλεμος:
Ο Νεοπτόλεμος (ή Πύρρος) μεγάλωνε στη Σκύρο, κοντά στη μητέρα του. Τον πατέρα του, Αχιλλέα, δεν τον είχε γνωρίσει. Στην Τροία, η πολιορκία συνεχιζόταν χωρίς αποτέλεσμα. Μια προφητεία έλεγε ότι οι Αχαιοί δεν επρόκειτο να πάρουν την πόλη, αν δεν έφερναν εκεί τα όπλα του Ηρακλή κι έναν απόγονο του Αιακού. Τα όπλα βρέθηκε τρόπος κι έφτασαν στην Τροία. Απόγονος του Αιακού γνωστός ήταν μόνο ο Νεοπτόλεμος. Και πάλι ο Οδυσσέας ανέλαβε να πάει να τον βρει και να τον φέρει. Του υποσχέθηκε την πανοπλία του πατέρα του και γυναίκα την Ερμιόνη, κόρη του Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης. Ο Νεοπτόλεμος έσπευσε στην Τροία.
Αποδείχτηκε σκέτος όλεθρος. Όποιος από τους Τρώες έβγαινε μπροστά του, σκοτωνόταν. Οι πολιορκημένοι αναζήτησαν τον ανίκητο Ευρύπυλο, μήπως κάτι καταφέρει. Στη μονομαχία που ακολούθησε, ο Νεοπτόλεμος τον σκότωσε κι αυτόν.
Ο Νεοπτόλεμος και οι δικοί του ήταν που κρύφτηκαν στην κοιλιά του ξύλινου αλόγου, του Δούρειου Ίππου, που πανευτυχείς οι Τρώες οδήγησαν μέσα στην πόλη τους, νομίζοντας ότι απαλλάχτηκαν από τους Αχαιούς. Τη νύχτα, ο Νεοπτόλεμος και οι άνδρες του βγήκαν από το ξύλινο άλογο, άνοιξαν τις πύλες της Τροίας να μπουν οι Αχαιοί και χύθηκαν εναντίον των αιφνιδιασμένων Τρώων. Η Τροία έπεσε. Κι ο Νεοπτόλεμος αποδείχθηκε σκληρός τιμωρός των φονέων του πατέρα του:
Μέσα στη νύχτα, έσφαξε άγρια τον βασιλιά Πρίαμο παρ’ όλο που είχε συρθεί ικέτης στον βωμό του Δία, σκότωσε τον μικρό γιο του Έκτορα, τον Αστυάνακτα, ρίχνοντάς τον από τα τείχη, θυσίασε στον τάφο του πατέρα του τη βασιλοπούλα Πολυξένη κι έσυρε σκλάβα του την γυναίκα του Έκτορα, Ανδρομάχη, κι αιχμάλωτό του τον μάντη Έλενο.
Οι μετά την άλωση της Τροίας περιπέτειες του Νεοπτόλεμου είναι πολλές και κατά τόπους διαφορετικές. Το «βέβαιο» είναι ότι πήρε γυναίκα του την Ερμιόνη που όμως, πριν αυτός να εμφανιστεί στο προσκήνιο, την είχαν υποσχεθεί στον γιο του Αγαμέμνονα, Ορέστη. Ο Νεοπτόλεμος εκστράτευσε εναντίον του μαντείου των Δελφών και το λεηλάτησε για να εκδικηθεί τον Απόλλωνα που είχε οδηγήσει τον Πάρι να σκοτώσει τον πατέρα του, Αχιλλέα. Ο Απόλλων, απλά, τον έκανε να τρελαθεί. Ο Νεοπτόλεμος ξαναπήγε στους Δελφούς ως ικέτης. Τον ίδιο καιρό, στους Δελφούς πήγε και ο Ορέστης. Όταν ο γιος του Αγαμέμνονα είδε εκείνον που του πήρε την Ερμιόνη, τον σκότωσε.
Κοιτίδα των Αχαιών:
Κατοίκηση της Φθιώτιδας γνωρίζουμε ότι υπήρξε τουλάχιστον από τη Νεολιθική εποχή (6.000 π.Χ.). Παλαιότεροι γνωστοί κάτοικοί της ήταν οι Πελασγοί. Γύρω στα 3000 π.Χ. έφτασαν στον Ελλαδικό χώρο οι Προέλληνες Δρύοπες («αυτοί που ζουν στα δάση»). Αργότερα, πολλοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν στην κοιλάδα του Σπερχειού. Στο πέρασμα των αιώνων, η περιοχή της Φθιώτιδας αναδείχτηκε κοιτίδα των Αχαιών. Μελιταία, Φθία, Πέρεια, Φυλάκη, Λαμία και Τραχίνια ήταν οι πιο σπουδαίες αρχαίες πόλεις της. Υπήρξε διαφιλονικούμενη περιοχή ανάμεσα στους Θεσσαλούς και τους Αιτωλούς. Στα 480 π.Χ., ο τόπος καθαγιάστηκε από τη θυσία στις Θερμοπύλες.
«Μολών λαβέ!»:
Μετά τη μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.), οι νικημένοι Πέρσες επέστρεψαν στην Ασία, ενώ ο πρώην τύραννος της Αθήνας, Ιππίας, έφυγε στη Λήμνο όπου και πέθανε. Ο Μεγάλος βασιλιάς, Δαρείος, ετοιμαζόταν για νέα εκστρατεία. Τον καθυστέρησαν οι επαναστάσεις στην Αίγυπτο και στη Βαβυλωνία, το 486 π.Χ. Πέθανε πριν να προλάβει να εκδικηθεί.
Ο γιος του, Ξέρξης, ανέλαβε να τιμωρήσει τους Έλληνες. Του πήρε δυο χρόνια ώσπου να καταστείλει τις εξεγέρσεις στην Αίγυπτο και στη Βαβυλωνία κι άλλα δυο ώσπου να στεριώσει στον θρόνο του. Έφαγε άλλα δυο χρόνια σε ετοιμασίες και, τον Ιούνιο του 480 π.Χ., ξεκίνησε να πάρει την Ελλάδα μαθαίνοντας από τα λάθη του πατέρα του και φτάνοντας ασφαλής ως τις Θερμοπύλες. Είχε μαζί του αναρίθμητο στρατό.
Ο βασιλιάς της Σπάρτης, Λεωνίδας, έπιασε τα στενά με 300 Σπαρτιάτες, 700 Θεσπιείς, άλλους 4.000 Πελοποννήσιους και 2.000 Στερεοελλαδίτες. Στις 5 Αυγούστου του 480 π.Χ., ο Ξέρξης έστειλε πρέσβεις στον Λεωνίδα να καταθέσει τα όπλα. Ο αγέρωχος Σπαρτιάτης απάντησε:
«Μολών λαβέ!» (Έλα να τα πάρεις).
Ο Ξέρξης του μήνυσε πως η άμυνα ήταν μάταιη, προσθέτοντας:
«Μόνο οι τοξότες μου να ρίξουν τα βέλη τους, θα σκεπάσουν τον ήλιο».
«Καλύτερα», είπε ο Λεωνίδας: «Θα πολεμήσουμε στη σκιά».
Η άμυνα ήταν επιτυχής κι ο Ξέρξης ξόδευε άδικα τους άνδρες του επί τρεις ημέρες. Τα αλλεπάλληλα κύματα του στρατού των Περσών έπεφταν πάνω στις ελληνικές γραμμές αλλ’ αποκρούονταν όλα. Οι Πέρσες είχαν καθηλωθεί. Την τρίτη ημέρα, ο Ξέρξης έριξε στη μάχη το ως τότε ανίκητο σώμα των αθανάτων. Τσακίστηκε κι αυτό. Είχε έρθει η ώρα του Εφιάλτη.
Ένας βοσκός ήταν που ήξερε τα περάσματα. Παρουσιάστηκε στον Ξέρξη και του αποκάλυψε το μονοπάτι, που έβγαζε πίσω από τις ελληνικές γραμμές. Ο Λεωνίδας είδε την κυκλωτική κίνηση και κατάλαβε πως το παιχνίδι είχε τελειώσει. Όταν, όμως, έχεις ήδη πει «Μολών λαβέ» και πως θες να πολεμήσεις στη σκιά, δεν μπορείς πια να φύγεις. Έδιωξε όλους κι έμεινε με τους τριακόσιους του. Έμειναν και οι 700 Θεσπιείς. Ούτε «Μολών λαβέ» είχαν πει ούτε για πόλεμο στη σκιά είχαν μιλήσει. Τους απασχολούσε ο ήρεμος ύπνος το βράδυ.
Στην άγρια μάχη που ακολούθησε, έπεσαν όλοι ως τον τελευταίο. Κι όταν ο Εφιάλτης πήγε να πάρει την αμοιβή του, ούτε καν ήξερε πως η Ιστορία του είχε επιφυλάξει τον ρόλο του κομπάρσου, που θα αναδείκνυε τον ήρωα. Ο Ξέρξης τίμησε τον λόγο του και του πλήρωσε τα υπεσχημένα. Έβαλε, όμως, και τον σκότωσαν, γιατί την προδοσία πολλοί την θέλουν, τον προδότη, κανένας.
Περίπου 25 αιώνες αργότερα, ο Κωνσταντίνος Καβάφης έγραψε:
«Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωήν των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
.......................................
Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος
κ’ οι Μήδοι επιτέλους θα περάσουν».
Οι στίχοι δίνουν το στίγμα της πρώτης συνειδητής θυσίας στα «πιστεύω» ενός ανθρώπου. Το «μολών λαβέ» που είπε στις Θερμοπύλες, στις 5 του Αυγούστου του 480 π.Χ., ο βασιλιάς της Σπάρτης Λεωνίδας έμεινε στους αιώνες σύμβολο του Έλληνα. Κι ο Σιμωνίδης ο Κείος μας παραπλάνησε με το επίγραμμά του:
«Ω ξειν, αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι».
Μέγα λάθος. Κανένας δεν τους διέταξε να υπερασπίσουν μια χαμένη υπόθεση. Κανένας δεν τους είπε πως έπρεπε να θυσιάσουν χίλιους ετοιμοπόλεμους στρατιώτες σε μια μάχη δίχως αντίκρισμα. Αν η θυσία που απέφερε μιας μόλις μέρας καθυστέρηση στην περσική προέλαση, θα είχε κάποιο στρατηγικό στόχο και, τότε ναι, θα είχαν πέσει «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι». Όμως, ούτε άλλη αμυντική γραμμή υπήρχε πιο πίσω ούτε η αργοπορία της μιας μέρας εξυπηρετούσε κάποιον σκοπό. Άλλωστε, οι Έλληνες στα Τέμπη πρώτα είχαν οχυρωθεί κι αποσύρθηκαν από εκεί ακριβώς για να μην κυκλωθούν. Ο Λεωνίδας έπεσε «τη εκείνου συνειδήσει πειθόμενος».
Και η περισσότερη τιμή πρέπει στους 700 Θεσπιείς, που έμειναν εκεί κι έπεσαν ως τον τελευταίο δίχως να ’χουν στην πλάτη τους το βαρύ φορτίο κάποιας Σπάρτης. Ούτε κανένας θα μπορούσε να διανοηθεί να ψέξει τον Λεωνίδα, αν αποτραβιόταν κι έδινε τη μάχη σε ασφαλέστερη τοποθεσία. Μερικές φορές, το πρόβλημα δεν είναι, τι θα πουν οι άλλοι, αλλά το πόσο ήσυχος θα κοιμηθεί κάποιος το βράδυ.
Ο Λεωνίδας έπρεπε να πεθάνει. Και κοιμήθηκε ήρεμος, ενώ ένας άλλος, την ίδια μέρα, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ήταν ο Θεμιστοκλής, που παραπονιόταν: «Ουκ εά με καθεύδειν το Μιλτιάδου τρόπαιον» («δε μ’ αφήνει να κοιμηθώ το τρόπαιο του Μιλτιάδη»). Κι εννοούσε τη μάχη του Μαραθώνα, δέκα χρόνια πριν. Θα κοιμόταν, μετά από 55 ημέρες, όταν θα νικούσε στη Σαλαμίνα.
Ο Λαμιακός πόλεμος:
Ενάμισι αιώνα μετά τη θυσία του Λεωνίδα, οι Θερμοπύλες ξανάγιναν θέατρο πολέμου, αυτή τη φορά ανάμεσα σε Έλληνες. Ήταν το 323 π.Χ. και ήταν η χρονιά που πέθανε ο Μέγας Αλέξανδρος στη μακρινή Βαβυλώνα. Η αναγγελία του θανάτου του έπεσε σαν κεραυνός στις ελληνικές πόλεις.
Ο φανατικός πολέμιος των Μακεδόνων, Δημοσθένης, ήταν εξόριστος από την Αθήνα. Όμως, το αντιμακεδονικό μέτωπο είχε αρχηγούς τον Υπερείδη και τον Λεωσθένη που θεώρησαν την ευκαιρία χρυσή: Στην Εκκλησία του δήμου αγόρευσαν υποστηρίζοντας ότι είχε έρθει η ώρα η Αθήνα και η Ελλάδα όλη να απαλλαγούν από τους Μακεδόνες. Ο γέρος αρχηγός της μερίδας που ήθελε διατήρηση της ειρήνης, Φωκίων, ήταν ανήμπορος να αναστρέψει το κλίμα. Με ψήφισμά της, η Εκκλησία του δήμου αποφάσισε πόλεμο. Ο Λεωσθένης ορίστηκε στρατηγός. Αιτωλοί, Αχαιοί, Αρκάδες και Κορίνθιοι έσπευσαν να συμπολεμήσουν.
Στις Θερμοπύλες, μαζεύτηκε στρατός 30.000 ανδρών, ανάμεσα στους οποίους ήταν και 8.000 μισθοφόροι που ο Λεωσθένης είχε στρατολογήσει ξοδεύοντας πενήντα τάλαντα. Με στρατό 13.000 πεζών και εξακοσίων καβαλάρηδων, ο Αντίπατρος εκστράτευσε από τη Μακεδονία με πρόθεση να καταστείλει την επανάσταση στη Νότια Ελλάδα.
Η μεγάλη μάχη έγινε στην Ηράκλεια των Θερμοπυλών, κοντά στον μετέπειτα Μώλο. Νίκησαν οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους. Ο Αντίπατρος υποχώρησε στη Λαμία και οχυρώθηκε εκεί. Ο πόλεμος που συνεχίστηκε, ονομάστηκε Λαμιακός.
Ο Λεωσθένης πολιόρκησε την Λαμία αλλά σε μια μάχη σκοτώθηκε. Οι Αθηναίοι εξέλεξαν νέο στρατηγό τον Φωκίωνα που αποποιήθηκε το αξίωμα. Ανέλαβε ο Αντίφιλος. Όσο να γίνουν όλα αυτά, η πολιορκία είχε χαλαρώσει, ενώ αρκετοί από τους συμμάχους τα είχαν παρατήσει και είχαν επιστρέψει στα σπίτια τους. Και από τη Φρυγία της Ασίας επερχόταν ο Λεοννάτος με ενισχύσεις.
Ο Αντίφιλος προχώρησε στη Θεσσαλία με σκοπό να τον ανακόψει. Δόθηκε φοβερή μάχη ιππικού, στην οποία ο Λεοννάτος σκοτώθηκε. Όμως, το πεζικό του, περίπου 20.000 άνδρες, προχώρησε ανενόχλητο κι έφτασε στη Λαμία όπου ενώθηκε με τις δυνάμεις του Αντίπατρου. Ο Αντίπατρος πραγματοποίησε έξοδο, ενώ από την Ασία κατέφθαναν και οι δυνάμεις του Κρατερού. Η νέα μεγάλη μάχη δόθηκε στην Κρανώνα της Θεσσαλίας. Ήταν το 322 π.Χ. και οι Αθηναίοι με τους συμμάχους υπέστησαν οδυνηρή ήττα. Οι πολλοί έφυγαν. Έμειναν να συνεχίσουν τον πόλεμο οι Αθηναίοι και οι Αιτωλοί. Ο Αντίπατρος πέρασε τις Θερμοπύλες κι έφτασε στη Θήβα.
Στη θάλασσα, ο αθηναϊκός στόλος νικήθηκε από τα 240 μακεδονικά πλοία που ναυαρχούσε ο Κλείτος. ΟΙ Μακεδόνες έκαναν απόβαση στην Αττική αλλά ο Φωκίων τους αντιμετώπισε νικηφόρα και τους εξανάγκασε να φύγουν. Όμως, στη Θήβα στάθμευε απειλητικός ο Αντίπατρος. Ως πολιτικά φίλος των Μακεδόνων, ο Φωκίων τον έπεισε να μην εισβάλει στην Αθήνα. Οι όροι του ήταν βαρείς:
Οι Αθηναίοι υποχρεώθηκαν να αφαιρέσουν τα πολιτικά δικαιώματα όσων είχαν εισόδημα κάτω από 2.000 δρχ. (επιβολή τιμοκρατικού πολιτεύματος), να δεχτούν μακεδονική φρουρά στη Μουνιχία και να πληρώσουν τα έξοδα του πολέμου. Ίμβρος, Λήμνος, Σκύρος και Σάμος αφαιρέθηκαν από την αθηναϊκή ηγεμονία. Η απαίτηση του Αντίπατρου να του παραδοθούν οι Δημοσθένης, Υπερείδης και άλλοι αντιμακεδόνες απορρίφθηκε. Η συνθήκη υπογράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 322 π.Χ.
Ο Αντίπατρος εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό για να συλλάβει τους αρχηγούς του αντιμακεδονικού μετώπου. Ο Δημοσθένης πρόλαβε και αυτοκτόνησε (322 π.Χ.). Όλοι οι άλλοι συνελήφθησαν στην Πελοπόννησο και εκτελέστηκαν.
Οι Γαλάτες:
Η τρίτη φορά που οι Θερμοπύλες χρησιμοποιήθηκαν για την άμυνα της Νότιας Ελλάδας ήταν στα 279/8 π.Χ.. Γαλάτες εισβολείς που είχαν εξορμήσει από τις περιοχές του Δούναβη, λεηλατούσαν τη χώρα. Από τη Θεσσαλία, πέρασαν νότια και διάβηκαν τον Σπερχειό. Στις Θερμοπύλες, σκάλωσαν καθώς τους περίμεναν 30.000 Έλληνες, Αιτωλοί οι μισοί περίπου. Κάποια σώματα Γαλατών στράφηκαν δυτικά και κατέληξαν στην Αιτωλία, όπου κυρίευσαν μια πόλη. Οι Αιτωλοί τους κυνήγησαν, τους πρόλαβαν και τους αποδεκάτισαν. Τον ίδιο καιρό, οι λοιποί Γαλάτες κινήθηκαν εναντίον των Δελφών χωρισμένοι σε δυο φάλαγγες. Οι Αιτωλοί έπεσαν πάνω στη μια φάλαγγα και την κατέστρεψαν σε τέτοιο βαθμό ώστε και η άλλη άρχισε να υποχωρεί. Οι Αιτωλοί συνέχισαν την επίθεση μαζί με τους Ευρυτάνες και τους λοιπούς Έλληνες. Οι Γαλάτες εξολοθρεύτηκαν. Πολύ λίγοι μπόρεσαν να επιστρέψουν στις βάσεις τους, ιδρύοντας κράτος στη Θράκη, γύρω από τον Αίμο. Διαλύθηκε μισό αιώνα αργότερα.
Το κράτος της Υπάτης:
Εκατοντάδες χρόνια αργότερα, ήρθε η ώρα της Υπάτης να φανεί για λίγο στο προσκήνιο. Ήταν η εποχή της φραγκοκρατίας. Τότε, την έλεγαν Νέα Πάτρα, σε αντιδιαστολή προς την πελοποννησιακή Παλαιά Πάτρα.
Ήταν γύρω στα 1271, λίγο μετά που πέθανε ο Μιχαήλ Β’, δεσπότης της Ηπείρου. Ο νόθος γιος του, Ιωάννης, πήρε την εξουσία στη Θεσσαλία κι έστησε κράτος ανεξάρτητο από το δεσποτάτο όπου ηγεμόνας ήταν ο αδελφός του, Νικηφόρος. Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος, τον ονόμασε σεβαστοκράτορα, στην προσπάθειά του να τον προσεταιριστεί. Ο Ιωάννης πήρε τον τίτλο και πήγε με τους Φράγκους. Έκανε πρωτεύουσά του την Υπάτη κι εγκαταστάθηκε εκεί ως σεβαστοκράτορας Νέων Πατρών, κόβοντας δικό του νόμισμα.
Πάντρεψε την κόρη του, Ελένη, με τον δούκα της Αθήνας, Γουλιέλμο ντε λα Ρος, συμμάχησε με τον ηγεμόνα των Σέρβων, Ούρεση Α’ (1242 - 1276), και με τον φανατικό καθολικό και μισέλληνα βασιλιά των Δύο Σικελιών και, συνεπικουρούμενος από Αλβανούς φυλάρχους, προσπάθησε να διαδεχτεί τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Οι σύμμαχοι κυρίευσαν κάμποσες πόλεις της Ηπείρου και της Αλβανίας (1271 - 1274). Το όνειρο, όμως, δεν πραγματοποιήθηκε.
Οι απόγονοι του Ιωάννη βρέθηκαν κάτω από την επιρροή των δουκών της Αθήνας. Λίγο μετά τη μάχη του Κηφισού (15 Μαρτίου του 1311), όπου ο δούκας της Αθήνας Βάλτερ ντε Μπριέν (Βρυέννιος) ηττήθηκε από τους Καταλανούς, το κράτος της Υπάτης διαλύθηκε.
Τα παλικάρια της Υπάτης:
Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας, η Υπάτη αναδείχθηκε γενέτειρα σπουδαίων αρματολών και κλεφτών. Ανάμεσά τους, η οικογένεια των Κοντογιανναίων πρόσφερε ονομαστούς οπλαρχηγούς και πριν και κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Ο Μήτσος Κοντογιάννης διακρίθηκε ιδιαίτερα στη μάχη της Άμπλιανης κι έφτασε ως τον βαθμό του υποστράτηγου (πέθανε το 1847). Γιος του ήταν ο Ευάγγελος Κοντογιάννης που, το 1847, επαναστάτησε εναντίον του βασιλιά Όθωνα. Κι αυτός έφτασε στον βαθμό του υποστράτηγου (πέθανε το 1878).
Γιοι του Γιαννάκη Κοντογιάννη ήταν ο Μήτσος κι ο Κωνσταντής, αρματολοί της Υπάτης στις αρχές του ΙΗ’ αιώνα. Και γιος του Μήτσου ήταν ο Νικολάκης Κοντογιάννης, ήρωας του ’21. Το δημοτικό τραγούδι παίνεψε τα κατορθώματά τους κι έκλαψε του Κωνσταντή τον θάνατο:
«Κοιμάται αστρί, κοιμάται αυγή, κοιμάται νιο φεγγάρι,
κοιμάται η καπετάνισσα, νύφη του Κοντογιάννη
μέσ’ ’ς τα χρυσά παπλώματα, μέσ’ ’ς τα χρυσά σεντόνια.
Να την ξυπνήσω ντρέπομαι, να της το πω φοβούμαι,
Να μάσω μοσκοκάρυδα να την πετροβολήσω,
Ίσως την πάρει η μυρουδιά, ίσως την εξυπνήσει.
Σηκώθη η καπετάνισσα και με γλυκορωτάει:
‘‘Το τι μαντάτα μου ’φερες από τους καπετάνιους;’’.
- Πικρά μαντάτα σου ’φερα από τους καπετάνιους
Τον Νικολάκη πιάσανε, τον Κωνσταντή βαρέσαν.
- Πού ’σαι, μανούλα, πρόφτασε, πιάσε μου το κεφάλι,
και δέσ’ το μου σφιχτά σφιχτά, για να μοιρολογήσω.
Και ποιον να κλάψω απ’ τους δυο, ποιανού να πω τις χάρες;
Να κλάψω για τον Κωνσταντή ή για τον Νικολάκη;
Ήσαν μπαϊράκια ’ς τα βουνά και φλάμπουρα ’ς τους κάμπους».
Πρωτοπαλίκαρο του Κοντογιάννη κι αργότερα οπλαρχηγός της Υπάτης ήταν ο Ζαχαράκης. Όταν στα 1806, με εντολή του Αλή πασά, ο Γιουσούφ Αράπης κυνηγούσε τους αρματολούς και κλέφτες για να τους αφανίσει, ο Ζαχαράκης έδωσε πολλές μάχες εναντίον του, όλες νικηφόρες. Ο Γιουσούφ Αράπης ήταν περιβόητος για τη σκληρότητά του και για τα βασανιστήρια, στα οποία υπέβαλλε όποιον έπιανε. Πολλά δημοτικά τραγούδια ύμνησαν τότε την παλικαριά και τις νίκες του Ζαχαράκη:
«Θέλετε, δέντρ’, ανθίσετε, θέλετε μαραθείτε,
’ς τον ίσκιο σας δεν κάθομαι μήτε και ’ς τη δροσιά σας°
μόν’ καρτερώ την άνοιξη, τ’ όμορφο καλοκαίρι,
να μπουμπουκιάσει το κλαρί, ν’ ανοίξει το ροδάμι,
να βγω ψηλά ’ς τον Αρμυρό, ψηλά ’ς την Παλιοβούνα,
για να σιουρίξω κλέφτικα, να μάσω τα μπουλούκια.
Μπουλούκια πούθε βρίσκεστε, όλα να μαζωχτείτε,
τι εβγήκε ο Σούφης το σκυλί και κυνηγάει τους κλέφτες.
Σέρνει τσεκούρια ’ς τ’ άλογα, τσεκούρια ’ς τα μουλάρια,
Για να τσακίζει γόνατα, για να τσακίζει χέρια.
Κι όσοι κλέφτες τ’ ακούσανε, πάνε να προσκυνήσουν.
Ο Ζαχαράκης μοναχά δεν πάει να προσκυνήσει.
Ράχη σε ράχη περπατεί, λημέρι σε λημέρι.
‘‘Εγώ ραγιάς δε γίνομαι, Τούρκους δε προσκυνάω.
Ελάτε, παλικάρια μου, όλοι να συναχτείτε,
τι έχω να κάνω πόλεμο μ’ αυτόν τον Σουφ Αράπη,
να δείξουμε τη λεβεντιά και την παλικαριά μας,
να ιδεί τουφέκι κλέφτικο, τα βόλια μας που πέφτουν,
να μην περνά να τυραννά αδύνατους ραγιάδες’’».
Ο Διάκος στην Αλαμάνα:
Ο Χουρσίτ πασάς ήταν απασχολημένος με την πολιορκία του Αλή στα Γιάννενα, όταν έμαθε για τον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Έδωσε διαταγή στον Μουσταφάμπεη να οδηγήσει 3.500 Αλβανούς στην Πελοπόννησο για να ενισχύσει τους πολιορκημένους Τούρκους, όπου ακόμη αντιστέκονταν. Κι έστειλε τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ να πάρουν στρατό από το Ζητούνι (τη σημερινή Λαμία), να καταστείλουν την επανάσταση στη Ρούμελη, να περάσουν έπειτα στην Πελοπόννησο, να ενωθούν με τον Μουσταφάμπεη και να πνίξουν οριστικά τον ελληνικό ξεσηκωμό.
O τουρκικός στρατός βγήκε από το Ζητούνι στις 9 Απριλίου: 9000 πεζοί και καβαλάρηδες. Ο Διάκος βγήκε από τη Λιβαδειά με τους 1.800 άντρες του μοιρασμένους στα τέσσερα. Με κλεφτοπόλεμο, παρενοχλούσε τους Τούρκους χωρίς να τους εμποδίζει να προελάσουν. Απλά, τους καθυστερούσε. Αποφάσισε να δώσει μάχη στη γέφυρα της Αλαμάνας, στον Σπερχειό ποταμό, κοντά στις Θερμοπύλες.
Η τουρκική επίθεση ξεκίνησε φοβερή στις 20 Απριλίου του 1821. Οι Έλληνες άντεξαν τρεις μέρες. Στις 23 του μήνα, ο Ομέρ Βρυώνης πρότεινε στον Διάκο έντιμη παράδοση. Πήρε περήφανη άρνηση και διέταξε γενική επίθεση. Τσάκισε τα ελληνικά άκρα και περικύκλωσε το κέντρο. Οι Έλληνες νικήθηκαν κι ο Διάκος πιάστηκε αιχμάλωτος.
Οι αξιωματικοί του Ομέρ Βρυώνη απαιτούσαν εκδίκηση. Εκείνος κοιτούσε τον κολλητό του φίλου του Οδυσσέα (Ανδρούτσου), θαυμάζοντας την παλικαριά του. Η ιδέα του ήρθε ξαφνικά και του φάνηκε εκπληκτική και σωτήρια. Πρότεινε στον Διάκο να αλλαξοπιστήσει με αντάλλαγμα τη ζωή του. Έτσι κι αλλιώς, λόγια ήταν. Και κανένας από τους αξιωματικούς του δε μπορούσε να πει λέξη. Χαμογελούσε στη σκέψη ότι θα ’χε να παινεύεται στον Ανδρούτσο, όταν τον συναντούσε, με πόση πονηριά γλίτωσε τον προστατευόμενό του. Ίσως και να ονειρευόταν επανασύσταση της παλιοπαρέας που είχε διαλυθεί με την αποστασία του Αλή πασά και καινούρια γλέντια.
Το ξερό «όχι» του Διάκου τον άφησε άναυδο. Ο Λεωνίδας και οι 300 του βρίσκονταν εκεί δίπλα. Εκεί δίπλα είχε ειπωθεί το «μολών λαβέ». Εκεί δίπλα είχε πάρει σάρκα και οστά το «ή ταν ή επί τας» της Σπαρτιάτισσας μάνας. Και να ήθελε, δεν υπήρχαν περιθώρια να φερθεί αλλιώς. Ένα δημοτικό τραγούδι μας παρέδωσε ολόκληρη στιχομυθία ανάμεσα στον Αθανάσιο Διάκο και τον Ομέρ Βρυώνη. Οι Τούρκοι τον σούβλισαν ζωντανό, στα 30 του χρόνια.
Ένα άλλο δημοτικό τραγούδι θέλησε τον Διάκο να λέει την ώρα του μαρτυρίου του:
«Για δες καιρό που διάλεξε
ο χάρος να με πάρει,
τώρα π’ ανθίζουν τα κλωνιά
και βγάζει η γης χορτάρι».
Ο Ομέρ Βρυώνης γύρισε στο Ζητούνι κι άρχισε τις ετοιμασίες για να περάσει στην Πελοπόννησο, όπου είχε ήδη φθάσει ο Μουσταφάμπεης λύνοντας τις πολιορκίες του Ναυπλίου και του Ακροκόρινθου. Θα έμπαινε στην Τρίπολη, στις 30 Απριλίου και θα περίμενε τις ενισχύσεις. Τον ίδιο καιρό, ένα καΐκι έφερνε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο σε μια παραλία κοντά στο Γαλαξίδι. Τον περίμεναν εκεί, ο Ιωάννης Γκούρας και μερικοί άνδρες. Αρχές Μαΐου, βρέθηκαν στη Γραβιά. Ο Ομέρ Βρυώνης δεν επρόκειτο να πάει ποτέ στην Πελοπόννησο.
Στον Δομοκό, το 1897:
Τον Ιανουάριο του 1897, σφαγές χριστιανών από τους Τούρκους, στην Κρήτη, οδήγησαν σε γενικευμένη επανάσταση των Κρητικών. Ο πρωθυπουργός Θεόδωρος Δηλιγιάννης έσπευσε να καρπωθεί το πολιτικό όφελος από μια ένωση της μεγαλονήσου με την Ελλάδα κι έστειλε εκεί στρατιωτικές δυνάμεις. Έφθασαν στην Κρήτη τον Φεβρουάριο του 1897 με αρχηγό τον Τιμολέοντα Βάσσο, συνταγματάρχη και υπασπιστή του βασιλιά Γεώργιου. Ο ελληνικός στρατός κυρίευσε το νησί εκτός από τις τρεις μεγάλες πόλεις, τις οποίες είχαν προλάβει να καταλάβουν στρατεύματα των μεγάλων δυνάμεων.
Στις 5 Απριλίου (18, με το νέο ημερολόγιο) του 1897, η Τουρκία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα. Ο Δηλιγιάννης δέχτηκε την πρόκληση. Ο ενθουσιασμός μεγάλωσε, καθώς σώμα Γαριβαλδινών ήρθε να πολεμήσει στο πλευρό των Ελλήνων κι ο πρωθυπουργός φανταζόταν νέο Εικοσιένα. Όμως, η Ελλάδα ήταν απαράσκευη, με ανοργάνωτο στρατό και με στρατάρχες και γαλονάδες, των οποίων μοναδικά προσόντα ήταν η συγγένειά τους με τον βασιλιά ή το γλείψιμο της βασιλικής οικογένειας. Οι Τούρκοι μπήκαν στη Θεσσαλία και νίκησαν. Οι Έλληνες υποχώρησαν κι ο Δηλιγιάννης, κάτω από το βάρος της ήττας, παραιτήθηκε στις 16 του Απριλίου, ακριβώς δυο χρόνια μετά την εκλογική του νίκη και έντεκα μέρες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών. Στις 5 Μαΐου, στη μάχη του Δομοκού, οι Έλληνες νικήθηκαν και πάλι, ενώ ο διάδοχος Κωνσταντίνος το έσκαγε νύχτα από το μέτωπο. Στις 8, ο πόλεμος είχε τελειώσει ταπεινωτικά για την Ελλάδα.
Άρχισαν ατέλειωτες διαπραγματεύσεις. Ευτυχώς, οι καιροί δεν ευνοούσαν την Οθωμανική αυτοκρατορία. Στις 4 Δεκεμβρίου 1897, υπογράφηκε η συνθήκη της Κωνσταντινούπολης. Σύμφωνα με αυτήν, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώσει πολεμική αποζημίωση τέσσερα εκατομμύρια τουρκικές λίρες. Η Κρήτη κέρδισε την αυτονομία της κάτω από την εγγύηση των μεγάλων δυνάμεων.
Ο Άρης στη Σπερχειάδα:
Η αντίσταση των λαών ενάντια στους Γερμανούς κατακτητές ξεκίνησε παντού με συμβολικές πράξεις: Στη Γαλλία, ένας Πολωνοεβραίος χαστούκισε δημόσια έναν Γερμανό αξιωματικό την ώρα που παρέλαυνε κι εκτελέστηκε επιτόπου. Στην Ουκρανία, οι Γερμανοί έβρισκαν κάθε πρωί γκρεμισμένες τις σημαίες τους. Στην Ελλάδα, ο Μανόλης Γλέζος και ο Απόστολος Σάντας κατέβασαν τη ναζιστική σημαία και ύψωσαν την ελληνική, στην Ακρόπολη (30 Μαΐου του 1941). Προκηρύξεις και συνθήματα στους τοίχους αλλού.
Το δεύτερο βήμα ήταν η παράνομη ακρόαση των ελεύθερων ραδιοσταθμών, κυρίως του αγγλικού. Στην Ελλάδα, υπήρξαν και οι φυγαδεύσεις Βρετανών αποκλεισμένων, η οργάνωση αποδράσεων και οι κλοπές τροφίμων από τους περίφημους σαλταδόρους. Έπειτα, ήρθαν οι αυθόρμητες πράξεις.
Το καλοκαίρι του 1941, μια ανοργάνωτη εξέγερση ξέσπασε στη Βόρεια Ελλάδα. Καταπνίγηκε. Επακολούθησαν σκληρά αντίποινα. Οι μεμονωμένες αντιστασιακές πράξεις κορυφώθηκαν στις 20 Σεπτεμβρίου του 1942 με την ανατίναξη των γραφείων της προδοτικής οργάνωσης ΕΣΠΟ στην Αθήνα (Πατησίων και Γλάδστωνος), σκοτώνοντας Έλληνες προδότες και Γερμανούς αξιωματικούς. Έγινε από μέλη της ΠΕΑΝ (Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιζομένων Νέων) και τον αεροπόρο Περρίκο που πιάστηκε και εκτελέστηκε.
Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1941, ιδρύθηκε στην Αθήνα ο Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος (ΕΔΕΣ). Η οργάνωση συγκροτήθηκε από βενιζελικούς αξιωματικούς με επικεφαλής τον Ναπολέοντα Ζέρβα και υπαρχηγό τον Κομνηνό Πυρομάγλου. Επίτιμος αρχηγός ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας.
Λίγες μέρες αργότερα, στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941, ξεκινούσε τη δράση του το ΕΑΜ, το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο που έμελλε να εξελιχθεί στη μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση. Δημιουργήθηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ), το Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΣΚΕ), την Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας (ΕΛΔ) και το Αγροτικό Κόμμα (ΑΚΕ). Και στις 21 Μαΐου του 1942, στην Σπερχειάδα της Φθιώτιδας, όπου οργανώθηκε σύσκεψη, ακούστηκε για πρώτη φορά ο όρκος του ΕΛΑΣ, του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, που θ’ αποτελούσε το μαχόμενο τμήμα του ΕΑΜ. Η σύσκεψη είχε οργανωθεί από τον Θανάση Κλάρα (βλ. [ Ελληνικά θέματα ] «Όταν ο Θανάσης Κλάρας έγινε Άρης Βελουχιώτης»). Στις 25 Μαΐου 1942, ο ΕΛΑΣ αριθμούσε δεκαπέντε μαχητές. Στα επόμενα δυο χρόνια, οι μαχητές του θα ήταν χιλιάδες και οι επιχειρήσεις του οδυνηρές για τους κατακτητές.
Η Αντίσταση πήρε μαζικό χαρακτήρα. Το κατοχικό καθεστώς απαντούσε με κλιμάκωση της αιματηρής τρομοκρατίας: με μπλόκα, συλλήψεις, ανατριχιαστικά βασανιστήρια, εκτελέσεις ομήρων.
Η μόνη αλλά κορυφαία κοινή δράση ΕΛΑΣ - ΕΔΕΣ ήταν η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου. Την γκρέμισαν νύχτα προς ξημέρωμα 25 Νοεμβρίου του 1942.
Καχυποψία και μεγαλείο:
Η εθνική αντίσταση ανδρωνόταν μέσα στην καχυποψία και το μεγαλείο. Το 1943, ο δημοκρατικός στρατηγός Στέφανος Σαράφης ανέλαβε αρχηγός του ΕΛΑΣ, ενώ ο Άρης Βελουχιώτης παρέμεινε καπετάνιος. Από τον Μάρτιο του 1943, ένα νέο ανταρτικό σώμα βγήκε στον Παρνασσό. Ήταν η οργάνωση ΕΚΚΑ του συνταγματάρχη Δημητρίου Ψαρού (1893 - 1944), η «Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση» που φιλοδοξούσε να καλύψει τον χώρο ανάμεσα στο αριστερό ΕΑΜ - ΕΛΑΣ και στον ΕΔΕΣ.
Στα μέσα του χρόνου, μέλη του ΕΔΕΣ αποχώρησαν από την οργάνωση και εντάχθηκαν στα προδοτικά Τάγματα Ασφαλείας, δίνοντας την ευκαιρία στο ΕΑΜ - ΕΛΑΣ να περιλαμβάνει στην προδοσία ολόκληρο τον ΕΔΕΣ. Και ο ΕΔΕΣ συρρικνωνόταν, ενώ το ΕΑΜ απλωνόταν όλο και πιο πολύ και χρέωνε ως αποκλειστικά δικές του επιτυχίες τις μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις της χρονιάς. Ακόμα και η συνθηκολόγηση της Ιταλίας βγήκε προς όφελος του. Στο ΕΑΜ παρέδωσαν οι Ιταλοί τον οπλισμό τους εξασφαλίζοντας καταφύγια και φυγάδευση από το γερμανικό κυνηγητό.
Όμως, τα πράγματα οξύνονταν και το ΕΑΜ εργαζόταν ήδη για τη μονοπώληση της κατάστασης. Τον Φεβρουάριο του 1944, άνδρες του ΕΛΑΣ αφόπλισαν και συνέλαβαν τον Ψαρό μαζί με άλλους 150 δικούς του. Τους εκτέλεσαν στις 17 Απριλίου.
Η απελευθέρωση βρήκε τον Άρη να διαφωνεί με τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ που συμφωνήθηκε στη Βάρκιζα τον Φεβρουάριο του 1945. Ξαναβγήκε στα βουνά και συνέχισε να πολεμά. Όμως, οι καιροί είχαν αλλάξει. Εγκλωβίστηκε από αγγλικές δυνάμεις και Έλληνες στη Θεσσαλία τον Ιούνιο του 1945 και αυτοκτόνησε μαζί με τον σύντροφό του καπετάν Τζαβέλα. Τα κεφάλια τους έμειναν κρεμασμένα επί τρεις μέρες στην πλατεία των Τρικάλων.
O Ζέρβας συγκρότησε το Εθνικόν Κόμμα Ελλάδος, το οποίο το 1950 συγχωνεύτηκε στο κόμμα των Φιλελευθέρων. Στα 1947, έγινε υπουργός Δημόσιας Τάξης. Πέθανε το 1957, την ίδια χρονιά με τον Στέφανο Σαράφη.
(Έθνος της Κυριακής, 2001 – 2002) (τελευταία επεξεργασία, 28.8.2011)